Θρησκευτικά Μνημεία

Πίσω από τον Ι.Ν. Αγίου Ανδρέα Ερεσού βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση η παλαιοχριστιανική βασιλική, πίσω από την οποία ετάφη το 740 μ.Χ. ο άγιος Ανδρέας αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο οποίος πέθανε εν πλω μπροστά στην Ερεσό διερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη. Ο ναός ήταν αφιερωμένος πιθανώς στην αγία μάρτυρα Αναστασία, όμως έμεινε γνωστή ως βασιλική του αγίου Ανδρέα. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Λέσβου με ορθογώνια κάτοψη.

Αποκαλύφθηκε μετά από ανασκαφές των μοναχών της Ι.Μ. Πιθαρίου το 1884-1885. Έχει τρίκλιτη διάταξη και αποτελείται από νάρθηκα, κυρίως ναό και ιερό βήμα. Η αψίδα του ιερού είναι εσωτερικά εγγεγραμμένη κυκλική, ενώ εξωτερικά πολύπλευρη, τύπος ο οποίος προήλθε από το Συρία. Επιγραφή σε διάχωρο του δυτικού τμήματος δαπέδου που αναφέρει τον επίσκοπο Ιωάννη,  ο οποίος εκπροσώπησε τους Λέσβιους στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, όπως επίσης και τα ψηφιδωτά που κοσμούν το δάπεδο του ναού, μαρτυρούν στοιχεία για τη χρονολόγηση του ναού κατά τις αρχές του 5ου αιώνα ίσως και νωρίτερα.

Σε ικανό ύψος σώζονται, επίσης, τοίχοι μικρού παλιού παρεκκλησίου αφιερωμένου στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, όπως επίσης και βοηθητικοί χώροι του ναού. Στο πίσω μέρος του ναού υπάρχει έως σήμερα το μαυσωλείο με την κενοτάφια σαρκοφάγο του αγ. Ανδρέα Κρήτης.

Στο δυτικό τμήμα της παραλίας Ερεσού, στην περιοχή Αφεντέλλι, βρίσκονται τα ερείπια ενός άλλου παλαιοχριστιανικού ναού, ίδιας τεχνοτροπίας με τη βασιλική του αγ. Ανδρέα. Αποτελεί τρίκλιτη βασιλική του 5ου αι., το δάπεδο της οποία κοσμείται με παραστάσεις παγωνιών από ψηφιδωτά. Οι βάσεις των κιόνων και τα κιονόκρανα που βρέθηκαν διάσπαρτα στο χώρο είναι ιωνικού ρυθμού, ενώ ιδιαίτερης σημασίας είναι το εγκαίνιο της αγίας τραπέζης, το οποίο φυλάσσεται πλέον στο αρχαιολογικό μουσείο. Πρόκειται για μικρή μαρμάρινη σαρκοφάγο που περιείχε λείψανα και μύρο αγίου.

Η παλαιοχριστιανική βασιλική Χαλινάδου βρίσκεται στην ομώνυμη θέση της αγροτικής περιφέρειας της κοινότητας Αγίας Παρασκευής. Η βασιλική αποτελούσε πιθανότατα το καθολικό μικρού μοναστηριού, όπως προκύπτει από τα λείψανα τοίχων των κελιών που διασώζονται κατά τη νότια πλευρά της. Αρχιτεκτονικά μέλη από την παλαιοχριστιανική βασιλική εντοπίζονται στα ερείπια δύο κοντινών μεταβυζαντινών ναών.
Για την ίδρυση της βασιλικής δεν έχουμε ιστορικές μαρτυρίες, ωστόσο με βάση τα στιλιστικά χαρακτηριστικά της μορφής και της διακόσμησης των κιονόκρανών της μπορούμε να τοποθετήσουμε την ανέγερσή της στο δεύτερο μισό του 6ου αι. μ.Χ.. Σ’ αυτή τη χρονολόγηση συνηγορεί και ο εντοπισμός χάλκινου νομίσματος της εποχής του Μαυρικίου Τιβερίου (567-8 μ.Χ.).
Η βασιλική του Χαλινάδου ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα. Ο κυρίως ναός έχει στην κάτοψη σχήμα περίπου τετράγωνο. Στα ανατολικά δεσπόζει η προεξάρχουσα ημικυκλική αψίδα του ιερού. Στα δυτικά είναι προσκολλημένος ο νάρθηκας, πλάτους 5,96 μ., ο οποίος εξέχει του σώματος του ναού κατά τη νότια πλευρά. Στη βόρεια πλευρά δημιουργούνται ανοίγματα ενώ στη νότια ακόμα ένα. Ο ναός ήταν ξυλόστεγος, όμως η αψίδα του ιερού καλυπτόταν κατ’ εξαίρεση με κτιστό θόλο (τεταρτοσφαιρικό), όπως συνάγεται από το μεγάλο πάχος των τοίχων της.
Δύο κιονοστοιχίες αποτελούμενες από δύο παραστάδες και πέντε κίονες η κάθε μια διαιρούν τον κυρίως ναό σε τρία κλίτη από τα οποία το μεσαίο είναι ευρύτερο απ’ τα πλάγια. Οι κιονοστοιχίες βαίνουν πάνω σε ψηλό στυλοβάτη, ύψους 0,50 μ., όπως συνηθίζεται και σε άλλες παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Λέσβου (Υψηλομέτωπο, Αφεντέλλη). Οι κίονες αποτελούνται από βάση, κορμό και κιονόκρανα και είναι μονολιθικοί και αρράβδωτοι, κατασκευασμένοι από εγχώριο ερυθρωπό ασβεστόλιθο. Οι βάσεις των κιόνων διαμορφώνονται με μια τετράγωνη πλίνθο και ένα λοξότμητο μέλος που αντικαθιστά την αρχαία σπείρα. Τα κιονόκρανα παρουσιάζουν τη συνηθισμένη στα παλαιοχριστιανικά μνημεία μορφή, ιωνικού τύπου με επίθημα, και χαρακτηρίζονται από αμέλεια ως προς την κατασκευή. Οι κίονες έφεραν ημικυκλικά τόξα διαμέτρου 2 μ. κατασκευασμένα από σφηνοειδείς πωρόλιθους. Λίθινη διακοσμητική ταινία περιέτρεχε το ναό και το τεταρτοσφαίριο της αψίδας στο ύψος της γέννησής του.
Η αψίδα διαμόρφωνε στο εσωτερικό της κτιστό σύνθρονο και αμέσως μπροστά από το ιερό ήταν τοποθετημένη η αγία Τράπεζα. Από την αγία Τράπεζα βρέθηκαν κατά την ανασκαφή μόνο τμήματα του κιβωρίου που την στέγαζε. Εντοπίστηκαν επίσης τμήματα του φράγματος πρεσβυτερίου (πεσσίσκοι, θωράκια κ.α.), τα οποία δεν είναι επαρκή για την ασφαλή αποκατάσταση της μορφής του.
Γλυπτά που βρέθηκαν κατά την ανασκαφή του μεσαίου κλίτους προέρχονται από τον άμβωνα του ναού. Η μορφή του ήταν η συνηθισμένη στα παλαιοχριστιανικά χρόνια ενός κυκλοτερούς σώματος με δύο κλίμακες ανόδου. Το δάπεδο του ναού ήταν στρωμένο με μεγάλες πλάκες από τις οποίες διατηρούνται σε καλή κατάσταση αυτές του νοτίου κλίτους,.
Το ναό ανέσκαψε το 1937 και αναστήλωσε μερικώς ο Α. Ορλάνδος με δαπάνες του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και της κοινότητος Αγ. Παρασκευής.

Το ιερό του Μέσσου ή Μέσων βρίσκεται στην ομώνυμη κοιλάδα, 35 χλμ. από τη Μυτιλήνη και 5 χλμ. από την αρχαία Πύρρα και 7,5 χλμ. από την αρχαία Αρίσβη. Στις υπώρειες του Λεπετύμνου και του όρους των Πυρραίων βρίσκονται τα ερείπιά του στη θέση «Κουκάλα» της Αγίας Παρασκευής. Στην αρχαιότητα βρισκόταν κοντά στα βόρεια σύνορα της επικράτειας της αρχαίας πόλης Πύρρας και στο μέσον της Λέσβου, απ’ όπου πήρε και το όνομά της «Μέσσον», με τον αιολικό τύπο της λέξης.
Η καίρια θέση της έκανε να γίνει το ιερό κέντρο παλλεσβιακής λατρείας και επαφής. Η ενότητα των πέντε αυτόνομων πόλεων-κρατών της Λέσβου, Μυτιλήνης, Μήθυμνας, Άντισσας, Ερεσού και Πύρρας την περίοδο της απελευθέρωσης του νησιού από το Μ. Αλέξανδρο, εκφράζεται με την ανέγερση του σημαντικότατου μνημείου. Στις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα το Ιερό των Μέσσων εκτός από τόπος λατρείας γίνεται και σημείο συνάντησης κι ανταλλαγής απόψεων των πόλεων του νησιού, καθώς επίσης και έδρα του Κοινού των Λεσβίων και τους ενώνει με θρησκευτικούς, πολιτικούς, στρατιωτικούς και δικαστικούς δεσμούς.
Ο ναός είναι ψευδοδίπτερος ιωνικός με 8 x 14 κίονες. Οι διαστάσεις είναι 41,55 x 23,78 μ.. Σώζεται ιδιαίτερα κατεστραμμένος στο επίπεδο θεμελίωσης και σε τμήμα του κατώτερου δόμου της τριβαθμιδωτής κρηπίδας. Από την πρώτη ανασκαφική έρευνα στα τέλη του 19ου αι. έως και σήμερα έχουν μελετηθεί χιλιάδες θραύσματα από το βάναυσα κατεστραμμένο μνημείο αποκαθιστώντας την αρχική μορφή του. Ο θριγκός του πτερού αποτελείται από τριταινιωτό επιστύλιο, ακόσμητη ζωφόρο, τα οποία επιστέφονται με ιωνικά κυμάτια, γεισίποδες, οριζόντιο γείσο, σίμη με διακόσμηση ανάγλυφης βλαστόσπειρας και επαέτια σίμη με διακόσμηση ανθεμίων και ανθών λωτού. Ο ναός δεν είχε αετωματικά γλυπτά.
Το Ιερό σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη ήταν αφιερωμένο στη Λεσβιακή Τριάδα (Δία, Ήρα, Διόνυσο), μολονότι ότι η θεωρία ότι ήταν αφιερωμένο στην Αφροδίτη βρίσκει πολλούς υποστηρικτές. Μετά την καταστροφή του στην υστερορωμαϊκή εποχή ο χώρος απέκτησε εργαστηριακή χρήση, η οποία τεκμηριώνεται από την αποκάλυψη επτά κλιβάνων. Την παλαιοχριστιανική εποχή πάνω στο δάπεδο του αρχαίου ναού ιδρύθηκε παλαιοχριστιανική κοιμητηριακή βασιλική ίχνη της οποία διακρίνονται κυρίως στα ανατολικά. Τη βασιλική διαδέχτηκε το μεσοβυζαντινό μονόχωρο εκκλησίδιο αφιερωμένο στη λατρεία του Ταξιάρχου Μιχαήλ, η λατρεία του οποίου συνεχίζεται έως σήμερα.

Λίγα χιλιόμετρα δυτικά του οικισμού της Αγίας Παρασκευής, στην πλαγιά ενός κατάφυτου ελαιώνα, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Κλοπεδής. Οι ανασκαφική σκαπάνη έφερε στο φως στο σημείο αυτό εντυπωσιακά λείψανα δύο λατρευτικών κτιρίων, τα οποία αποτελούν μοναδικά δείγματα αιολικού ρυθμού στη Λέσβο και τον ελλαδικό χώρο. Τα ναϊκά οικοδομήματα υψώθηκαν στην βραχώδη κορυφή της πλαγιάς τον 6ο αι. π.Χ., επάνω σε πρωιμότερα λείψανα, τα οποία με ιδιαίτερη φροντίδα συμπεριέλαβαν στο θεμέλιό τους.
Στην Κλοπεδή η αρχαιότερη κατοίκηση ανάγεται στους μυκηναϊκούς χρόνους, η πρώτη όμως τεκμηριωμένη λατρεία στον χώρο αρχίζει τον 8ο αι. π.Χ.. Την περίοδο αυτή επάνω στα μυκηναϊκά ερείπια οικοδομείται ένα καμπυλόγραμμο κτίριο, προκειμένου να στεγάσει ένα πήλινο λατρευτικό είδωλο. Νοτιότερα το φρύδι του ανδήρου οριοθετείται με περίβολο, έξω από τον οποίο τελείται η ταφική πυρά επιφανούς νεκρού.
Η χωροθέτηση του τεμένους διατηρείται απαράλλακτη κατά τον 7ο και το πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ.. Ένα ορθογώνιο κτίσμα και κατόπιν ένα δεύτερο με εσωτερική κεντρική κιονοστοιχία οικοδομούνται νοτίως του ελλειψοειδούς κτιρίου και ένα σημαντικός νεκρός ενταφιάζεται στον χώρο πάνω από τη γεωμετρική πυρά.
Τον 6ο αι. π.Χ. το Ιερό αποκτά την πιο μνημειακή του μορφή. Πάνω στα προγενέστερα λείψανα ανεγείρονται λίγο μετά από το 550 π.Χ. δυο ναοί. Ο ένα υψώνεται στο πιο απόκρημνο σημείο του πλατώματος με σκοπό να περιλάβει στο θεμέλιό του τις προγονικές ταφές. Ο δεύτερος είναι επιβλητικός, ιδιαίτερα η εξωτερική κιονοστοιχία του, η οποία επιστέφεται με αιολικά κιονόκρανα.
Για τη θεότητα, στην οποία ήταν αφιερωμένο το Ιερό, μαρτυρούν τα πρόσφατα ανασκαφικά ευρήματα: ένα χάλκινο αγαλμάτιο κούρου και μία ενεπίγραφη πλάκα με χάραγμα «ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ» αποκαλύπτουν την ταυτότητα της θεότητας και συνδέουν άρρηκτα την λατρεία του Ιερού με τον θεό του φωτός.
Στην Κλοπεδή σώζεται χωρίς αμφιβολία ένα από τα σημαντικότερα αρχαία ιερά του νησιού. Προκειμένου να προστατευτεί απ’ τη φθορά του χρόνου και να αναδειχθεί η εικόνα της αρχαίας Λέσβου, τα ευρήματα υποβλήθηκαν σε εργασίες συντήρησης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου με την τοποθέτηση επεξηγηματικών πινακίδων, εκθετηρίου, χώρος φύλαξης και γενικότερα ο χώρος διαμορφώθηκε ώστε να είναι επισκέψιμος.

Στα νοτιοδυτικά του χωριού Λουτρά και στ’ ανοιχτά του κόλπου της Γέρας κοντά στη θέση «Κουντουρουδιά» ο διαβάτης του αγροτικού παραθαλάσσιου δρόμου αντικρύζει το μικρό νησί με το εκκλησάκι αφιερωμένο στον αγ. Ισίδωρο.
Πιθανολογείται ότι στη νήσο αυτή βρισκόταν η παλιά ιερά μονή των Αρίστων, η οποία ιδρύθηκε από τον αγ. Συμεών το στυλίτη της Μυτιλήνης, όταν εκδιώχτηκε απ’ τον εικονομάχο αυτοκράτορα Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο. Το μοναστήρι ανήκε στην επισκοπή Γέρας, η οποία σύμφωνα με στοιχεία βρισκόταν στους Ταξιάρχες του Παππάδου. Η μονή των Αρίστων εντοπίζεται σε δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1261-1262 μ.Χ.. Επίσης, σε πατριαρχικό έγγραφο του 1246 σημειώνεται ότι το μοναστήρι των Αρίστων, όπως επίσης και του αγ. Γρηγορίου Άσσου, ανήκουν στην επισκοπή της Γέρας.
Στο σημείο σώζονται μικροί κίονες και μια θολωτή δεξαμενή, τα οποία ήρθαν στο φως το 1935 κατόπιν ανασκαφών που πραγματοποίησε ο μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος και αποκαλύφθηκαν οι δύο κόγχες του ιερού του μικρού ναού από ασβεστόλιθο και κουρασάνι. Σε παλιό χάρτη του Reux του 1739 σημειώνεται σχηματικά μικρό οχυρό επί της νησίδας, πιθανώς ως βυζαντινή οχύρωση. Η έρευνα έδειξε ότι ο ναός βρισκόταν στο βραχώδες τμήμα, ενώ στη βόρεια και δυτική πλευρά υπάρχουν θεμέλια κτισμάτων και άφθονη βυζαντινή κεραμική στην οποία συμπεριλαμβάνονται δυο λύχνοι του 12ου -13ου αι. και άλλα σύγχρονα χρηστικά σκεύη. Φαίνεται ότι προς το μέρος του οικισμού των Πύργων υπήρχε έκταση με κτίσματα που καλύφθηκε απ’ τη θάλασσα, το δε στενό προς την αντίθετη πλευρά είναι βαθύ και υπάρχει παμπάλαια εγκατάσταση στην ακτή με παλιά πηγή θερμού νερού.
Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία τα οποία συνάδουν στο γεγονός ότι η Μονή δε βρισκόταν στο συγκεκριμένο νησί, αλλά στην εγγύτερη νησίδα των Πύργων, την καλούμενη ως «Ζεστά». Στον περίφημο χάρη του Chr. Buondelmonti του 1420 απεικονίζεται σε νησίδα του στομίου του κόλπου κτίσμα, το οποίο αφορά την λειτουργούσα ακόμη μονή. Τη νησίδα των Πύργων, το 1918 οι Γάλλοι που ναυλοχούσαν στα Λουτρά, την οχύρωσαν στήνοντας πυροβόλο στο κτίσμα του ναού κατασκευάζοντας μικρή ξύλινη καλύβα για το προσωπικό και πόντισαν μεταλλικό πλέγμα στη βαθιά βορινή δίοδο για την παρεμπόδιση εισόδου των γερμανικών υποβρυχίων.
Το σημείο πάντως αποτελεί μια γραφικότατη θέση, απ’ την οποία ο επισκέπτης του μπορεί να θαυμάσει τα καταπράσινα βουνά που περιβάλλουν τον κόλπο της Γέρας απ’ όλες τις πλευρές, τα οποία μοιάζουν να αγγίζουν με τις κορφές τους τον ουρανό και με τους πρόποδες να επιπλέουν στη θάλασσα. Το μικρό εκκλησάκι που υπάρχει επ’ αυτού – όπως ήδη αναφέραμε ανωτέρω – είναι αφιερωμένο στον αγ. Ισίδωρο και πανηγυρίζει στις 14 Μαΐου, οπότε μαζεύει και αρκετό κόσμου, ο οποίος προσεγγίζει το μικρό νησί με πλεούμενα.

Τον Ιούλιο του 1935 ανασκαφές που έγινε σε αγροτική περιοχή του Σκοπέλου Γέρας έφεραν στο φως ερείπια μοναστηριού, το οποίο είχε χτίσει ο αγ. Γρηγόριος επίσκοπος Άσσου, καθώς και τον τάφο με τα οστά του.
Η περιοχή γύρω απ’ τους πρόποδες του όρους Μπριγιανιού (Πρίαντος), που ορθώνεται προς τις ακτές των νοτίων παραλίων (Τάρτι, Τσίλια, Φαρά κ.α.) εμφανίζει διαχρονική την ανθρώπινη παρουσία, καθώς υπάρχουν διάσπαρτα άφθονα κεραμικά ευρήματα απ’ τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή.
Σύμφωνα με την παράδοση τον άγιο Γρηγόριο τιμούσαν ακόμη και οι Τούρκοι κατά την Τουρκοκρατία στην κατοχή των οποίων ήταν τα ελαιοκτήματα της περιοχής ως το 1922. Γνωρίζοντας κατά προσέγγιση τη θέση όπου βρισκόταν ο τάφος του αγίου άναβαν καντήλα αποκαλώντας τον άγιο ως «σιτζάκ μπαμπά» (θερμουργό πατέρα).
Ο άγιος Γρηγόριος έζησε τον 12ο αι., καταγόταν απ’ το χωριό Ακόρνη της Γέρας (σημερινή αγροτική θέση Καρκούτα) και σε ηλικία 14 ετών έφυγε στην Πόλη για σπουδές, απ’ όπου ακολούθησε το μοναχικό βίο και εν συνεχεία εξελίχθηκε σε επίσκοπος Άσσου. Στο τέλος της ζωής του παραιτήθηκε απ’ την αρχιερατεία και επανήλθε σε ηλικία 50 ετών στη Γέρα ζώντας ασκητικά σε μια σπηλιά μαζί με το σύντροφό του Λεόντιο, στο όρος Πρίαντος. Κατόπιν ίδρυσε ναό προς τιμή της Θεοτόκου, ο οποίος απετέλεσε το καθολικού του μοναστηριού, το οποίο ο ίδιος δημιούργησε σε «τόπο δύσβατον και αλσώδη και άγριον το λεγόμενον Μικρόν Λευκοπέδι», όπου και πέθανε σε ηλικία 62 ετών.
Στο εκκλησάκι υπάρχει αρχαίο μέλος με βούκρανα, γιρλάντες και ρόδακες, ίσως και βωμός, ενώ μέσα υπάρχει δεξαμενή νερού με σκαλοπάτι, που πιθανό να ήταν λουτρό αρχαίου κτιρίου στο οποίο ανήκε, εκτός απ’ το υπέρθυρο, και το δωρικό κιονόκρανο σε δεύτερη χρήση στο βυζαντινό ναό που ανέσκαψε δίπλα ο μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος το 1935. Η Μονή του Αγ. Γρηγορίου αναφέρεται σε ίδιο πατριαρχικό γράμμα του 1246 μαζί με τη Μονή των Αρίστων στη χωροεπισκοπή της Γέρας.
Δίπλα στη σκεπασμένη με πλατάνια έκταση στέκεται ο βυζαντινός ναός, μέσα στον οποίο βρέθηκαν τα οστά του αγίου μέσα σε τάφο. Ο ναός είναι τρίκογχος και πιθανώς έφερε τρούλο που στηριζόταν σε δύο πεσσούς του βήματος και δύο κίονες. Υπάρχουν αρκετά μαρμάρινα μέλη, όπως κιονόκρανα, θωράκια, πεσσοί κ.α.. Τα δε λείψανα του αγίου Γρηγορίου μεταφέρθηκαν και φυλάσσονται στον Ι.Ν. αγίου Γεωργίου Σκοπέλου.
Πρόκειται για πανέμορφο τοπίο, γεμάτο ιστορικά χνάρια και ερωτήματα.

Στο βόρειο τμήμα της Λέσβου και σε απόσταση 1,2 χλμ. από τον οικισμό του Υψηλομετώπου βρίσκονται τα λείψανα τρίκλιτης βασιλική, ο οποίος ήρθε στο φως επί Τουρκοκρατίας από ανθρώπους της περιοχής. Στα ερείπιά της κτίστηκε το 1954 παρεκκλήσι επ’ ονόματι του αγ. Δημητρίου στο οποίο μάλιστα βρίσκονται εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη της βασιλικής, ενώ διακρίνονται παράλληλα σπαράγματα του ψηφιδωτού δαπέδου.
Ο ναός και τα ψηφιδωτά του χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. μ.Χ., όπως μαρτυρούν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Οι επιστάμενες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν το 1928 με επικεφαλής τον καθηγητή Α. Ορλάνδο, ο οποίος έκανε και τις επίσημες δημοσιεύσεις.
Η βασιλική, ορθογωνίου σχήματος, είναι κτισμένη με γρανιτικούς λίθους και ασβεστοκονίαμα. Εξωτερικά στη νοτιοδυτική γωνία διαμορφώνεται πρόπυλο, ενώ κατά τη βορειοανατολική διακρίνεται πρόσκτισμα, του οποίου η χρήση δεν είναι σαφής. Στα δυτικά δε υπάρχει νάρθηκας. Η επικοινωνία του ναού με τον εξωτερικό χώρο ήταν δυνατή μέσω των τεσσάρων θυραίων ανοιγμάτων του νάρθηκα και των δύο εισόδων στη βόρεια και νότια πλευρά του ναού.
Δύο κιονοστοιχίες από έξι κίονες εκάστη βαίνουν με τη μεσολάβηση υποβάθρων σε στυλοβάτη. Κατά την επισκευή του ναού αφαιρέθηκε το ανωτέρω τμήμα του και ενδιάμεσα διαστήματα των κιόνων έκλεισαν με θωράκια. Οι αρράβδωτοι κίονες, οι ιωνικές βάσεις και τα κιονόκρανα είναι κατασκευασμένα από γρανίτη. Τα κιονόκρανα υπάρχουν δε δύο μεγέθη γεγονός που δηλώνει ότι τα μικρότερα προέρχονται από γυναικωνίτη και υπερώα.
Το δάπεδο του ναού καλυπτόταν με ψηφιδωτό, του οποίο μέρος έχει αποκαλυφθεί στο προ της κόγχης του ιερού τμήμα. Σε μεταγενέστερη φάση, λόγω της φθοράς του ψηφιδωτού, το δάπεδο καλύφθηκε με πλακόστρωση απ’ την οποία διακρίνονται ίχνη από τις βάσεις των κιόνων του τέμπλου. Το τμήμα του ψηφιδωτού αποτελεί κλειστό και συμμετρικό σύνολο. Η παράσταση αποτελείται από επί μέρους διάχωρα και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία διακοσμητικών μοτίβων∙ γεωμετρικά σχέδια και ζωικές παραστάσεις. Το ψηφιδωτό κατασκευάστηκε όταν πρεσβύτερος του ναού ήταν ο Παππίκιος, όπως πληροφορεί η σχετική επιγραφή «Υπέρ της ψυχής Παππικίου πρεσβυτέρου». Μια δεύτερη επιγραφή «υπέρ ευχής Ανατολίου και της συμβίου αυτού Τρυφένης και παντός του οίκου αυτού εψήφωσεν το θυσιαστήριον» είναι προβληματική ως προς την χρονολόγησή της.
Το 1956 αποκαλύφθηκε άλλη επιγραφή νοτιότερα του ναού: «Εκτίσθη το Βαλανίον επί υπατίας Φλαβίου Λουκίου δεσποτεύοντος Ευλωγίου του Λαλαγριωνίου επιτροπεύοντος Αυξεντίου». Στο γύρω χώρο εντοπίστηκαν επίσης ερείπια κτισμάτων. Ο Σ. Χαριτωνίδης υποθέτει σύμφωνα με την επιγραφή και τα γύρω κτίσματα ότι η βασιλική ίσως να αποτελούσε καθολικό μοναστηριακού συγκροτήματος.

Περίπου 5,5 χλμ. νότια της διασταύρωσης της Αχλαδερής πλησίον του κόλπου Καλλονής βρίσκεται η ακρόπολη της αρχαίας Πύρρας, το μετέπειτα κάστρο των Βασιλικών. Κτισμένη σε ιδιαίτερα οχυρή θέση η αρχαία Πύρρα χρονολογείται απ’ την πρώιμη εποχή του Χαλκού. Καταστράφηκε πιθανώς το 231 π.Χ. από μεγάλο σεισμό και μόνον το «Προάστειον» σώθηκε στις νότιες πλαγιές του λόφου της ακροπόλεως. Ο Ι. Μουτζούρης υποθέτει ότι κατά τη βυζαντινή περίοδο στην ακρόπολη βρισκόταν ένας οχυρωμένος οικισμός με το όνομα Βασιλικά, ο οποίος αργότερα εγκαταλείφθηκε σαν χτίστηκε ο σημερινός ομώνυμος οικισμός.
Το 1939 ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική πολύ εγγύς στην Πύρρα, μέσα στα κτήματα των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων του Κληροδοτήματος Απ. Σημαντήρη. Σώζονται μέρος της αψίδας, των παστοφορίων και τμήμα του ψηφιδωτού δαπέδου.
Ακολουθώντας το δρόμο προς τον οικισμό των Βασιλικών καθ’ οδόν συναντούμε το εκκλησάκι της αγ. Βερονίκης, στον οποίο υπάρχει φθαρμένος ανάγλυφος αμφικιονίσκος. Το βυζαντινό κάστρο καταλάμβανε τον χώρο της ακροπόλεως της Πύρρας. Δυτικά του κάστρου υπάρχει το εξωκλήσι του αγ. Δημητρίου, στο οποίο παρατηρούνται εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Μελετητές ισχυρίζονται ότι εντοιχισμένα στα δυο ξωκλήσια μέλη προέρχονται από τη βασιλική της Αχλαδερής.

Στα νότια της Μυτιλήνης, 2 χλμ. απ’ τον οικισμό των Λουτρών, στη θέση «Τσεσμέδες» αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τμήμα ψηφιδωτού παλαιοχριστιανικής βασιλικής και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη (θωράκια κ.α.), τα οποία προστατεύονται με χαμηλό στέγαστρο. Φέρεται να κτίστηκε τον 5ο αι. μ.Χ. και ανασκάφηκε το 1933 από τον Ευαγγελίδη.
Η βασιλική ήταν τρίκλιτη με νάρθηκα και ορθογώνιο πρεσβυτέριο. Το μεσαίο κλίτος και ο νάρθηκας ήταν καλυμμένα με ωραιότατο ψηφιδωτό, μέρος του οποίου σώζεται ως σήμερα και ο επισκέπτης μπορεί να το δει υπό του στεγάστρου. Παραστάσεις πουλιών με κλαδιά ελιάς σε κύκλους, εξάγωνα και τρίγωνα, ταινίες με αλληλοπλεκόμενες κυματοειδείς γραμμές που σχηματίζουν κύκλους κυριαρχούν στο ψηφιδωτό πρόγραμμα. Τα χρώματα των ψηφίδων είναι κόκκινο, λευκό, μαύρο, κίτρινο, μπλε και καφέ. Άξια προσοχής είναι και η μαρμάρινη επιγραφή η οποία βρέθηκε: «ΥΠΕΡ ΕΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΑΓΩ ΣΤΙΝ…». Πέραν τούτων μπορεί ο επισκέπτης να θαυμάσει και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη (τμήματα θωρακίων, επίκρανα, πεσσούς, κιονίσκους κ.α.)
Νοτιότερα απ’ το μωσαϊκό δάπεδο εντοπίζεται παλιό εκκλησάκι, γνωστό ως «Παλιακκλησιά», στο οποίο υπάρχουν εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη, πιθανώς προερχόμενα απ’ τη βασιλική. Στην περιοχή εντοπίστηκαν επίσης χρυσά βυζαντινά νομίσματα, υπάρχουν δε λείψανα αρχαίου οικισμού, ενώ παράλληλα μια παράδοση αναφέρει ότι εκεί είχε εξοριστεί η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία. Ωστόσο, οι πληροφορίες για τους δύο ναούς των Λουτρών είναι περιορισμένες.

Καμιά γραπτή μαρτυρία, ούτε από μαρτυρολόγια των πρώτων χριστιανικών χρόνων, ούτε από άλλες πηγές, δεν μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία για την ύπαρξη χριστιανών στη Λέσβο κατά τους τρεις πρώτους αιώνες.
Φως στη χαμένη αυτή περίοδο έριξε η ανακάλυψη της κατακόμβης – μαρτυρίου, η οποία βρίσκεται στο ύψωμα του Μακρύ Γιαλού, επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου σε χωμάτινη πάροδο πάνω απ’ το Ναυτικό όμιλο Μυτιλήνης. Εκεί μέσα στον περιφραγμένο αυλόγυρο κατοικίας βρίσκεται το παλαιοχριστιανικό μαρτύριο που χρονολογείται στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ.. Ο υπόγειος νεκρικός θάλαμος έχει σταυρικό σχήμα με κόγχες και πλευρές, όπου τοποθετούνταν σαρκοφάγοι. Χρησιμοποιήθηκε στα χρόνια των διωγμών για τον ενταφιασμό των μαρτύρων χριστιανών. Ωστόσο, ο μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος Β’ διατύπωσε την άποψη πως ο υπόγειος θάλαμος δεν είναι μαρτύριο, αλλά πρόκειται για οικογενειακό μαυσωλείο, καθώς κατά την άποψή του τα μαρτύρια βρίσκοντας κοντά σε ναούς.
Στο χώρο του μαρτυρίου τελείται πανηγυρικός εσπερινός την εβδομάδα προς τιμή των μαρτύρων στα πλαίσια των εορτασμών των Λεσβίων Αγίων. Το μνημείο έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο.

ΓΕΩΠΑΡΚΟ ΛΕΣΒΟΥ - LESVOS GEOPARK