Μοναστήρια

Στη Λέσβο απαντώνται θρησκευτικά μνημεία της Υστεροβυζαντινής και Μεταβυζαντινής περιόδου, αρχής γενομένης με τον Ναό της Παναγίας Τρουλωτής στους Πύργους Θερμής, ο οποίος χρονολογείται τον 14ο αιώνα. Στα γενικά χαρακτηριστικά των μνημείων ανήκουν οι λαξευτοί λίθοι ως υλικό ναοδομίας, τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, οι μεταβυζαντινές τοιχογραφίες και οι υστεροβυζαντινές και μεταβυζαντινές φορητές εικόνες.

Ανάμεσα στους οικισμούς Σίγρι, Άντισσα και Ερεσός, το ανδρικό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου οικοδομημένο στην υψηλότερη κορφή της δυτικής Λέσβου, τον Όρδυμνο - εξ ου και η ονομασία του,  στέκει αγέρωχο σαν πολεμικό παρατηρητήριο το οποίο επισκοπεί το δυτικό τμήμα του νησιού. Η φρουριακή του αρχιτεκτονική δημιουργεί εξ αρχής την εντύπωση ότι ο χώρος λειτούργησε μέσα στο πέρασμα της ιστορίας σαν αμυντικό φρούριο, το οποίο προσέφερε καταφύγιο στους κατοίκους της γύρω περιοχής.

Η μονή φέρεται να ιδρύθηκε πριν το 800 μ.Χ. κι ήταν γνωστή με το όνομα «του Κόρακος» λόγω της τοποθεσίας της ή «του Ζήσυρος», ονομασία η οποία συνδέεται με τη φράση «ζει Σύρος» την οποία χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής για να δηλώνουν την παρουσία μοναχού από τη Συρία, ο οποίος εγκαταβιούσε εκεί. Μια άλλη παράδοση συσχετίζει το μοναστήρι με τη βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία και τον όσιο Θεοφάνη, οι οποίοι εξορίστηκαν στη Σιγριανή, κατά τις εικονομαχικές έριδες ταυτίζοντας έτσι την προαναφερθείσα περιοχή με το Σίγρι.

Το καθολικό της μονής είναι αφιερωμένο στον Άγιο απόστολο και ευαγγελιστή Ιωάννη το Θεολόγο. Οι γνώμες διίστανται σχετικά με την οικοδόμηση ή ανοικοδόμησή του, καθώς η σημερινή του μορφή σύμφωνα με εντοιχισμένη επιγραφή είναι πιθανώς έργο του 1834, ενώ βάσει άλλης παλαιότερης επιγραφής το έτος ανέγερσης αυτού είναι το 1101, χωρίς να υπάρχει άλλο επιβεβαιωτικό στοιχείο. Το 1967 πυρκαγιά έκαψε το εσωτερικό του και έκτοτε μετά από την αποκατάσταση των ζημιών ο ναός μετετράπη σε μονόκλιτη από τρίκλιτη βασιλική με ξύλινη οροφή και εσωτερικό θόλο.

Αξιολογότατος και ιστορικής σημασίας είναι ο κοιμητηριακός ναός των Αγίων Πάντων, κτισμένος το 1695 σύμφωνα με ανάγλυφη επιγραφή και με αγιογραφίες του 1684.

Συν τοις χρόνοις το μοναστήρι περνάει μέσα από διάφορες περιόδους ακμής και παρακμής, καταστάσεις τις οποίες καθορίζουν οι ιστορικές συγκυρίες και τα γεγονότα. Η οικονομική του κατάσταση, οι λεηλασίες των πειρατών, οι συλήσεις της περιουσίας και οι ληστείες κατά την οθωμανική κυριαρχία απογύμνωσαν το μοναστήρι από τους θησαυρούς του. Εν συνεχεία μεγάλες πυρκαγιές (1875 & 1967) και ισχυροί σεισμοί (1890) προκάλεσαν ανεπανόρθωτες ζημιές στα οικοδομήματά του.

Η μονή διαθέτει σπουδαία ιστορική βιβλιοθήκη, στην οποία θησαυρίζονται χειρόγραφοι κώδικες, ειλητάρια, κατάστιχα, παλαίτυπα βιβλία, επιστολές, φιρμάνια, διαθήκες, πωλητήρια και άλλα έγγραφα και έντυπα παλιών εποχών (1535 – 1845). Στο δε μουσείο της φυλάσσονται παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη, πολύτιμα ιστορικά αντικείμενα τέχνης, χρυσοκέντητα άμφια, λειψανοθήκες με ιερά λείψανα, φορητές εικόνες, ιερά σκεύη και αντιμήνσια, τα οποία καλύπτουν την εποχή 1588 ως το 1825. Το αρχαιότερο ίσως έκθεμα του μουσείου είναι μια επιτύμβιος πλάκα, η οποία προέρχεται από λείψανα γειτονικού βυζαντινού οικισμού. Διακρίνονται χαραγμένα δύο δάφνινα στεφάνια δίπλα στα οποία υπάρχουν οι επιγραφές «Ο ΔΗΜΟΣ», «ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ» και οι λέξεις «ΠΑΜΦΙΛΕ ΧΡΗΣΤΕ».

Στις αρχές του 17ου αιώνος είχε 15 μοναχούς, το 1860 είχε 30 μοναχούς και 6 ιερομονάχους, το 1905 είχε 34, το 1928 είχε 20, ενώ σήμερα εγκαταβιούν 3 μοναχοί.

Η Ι.Μ. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Πιθαρίου Ερεσού γνωστή ως «Πιθάρι» βρίσκεται σε ένα κοίλωμα χαράδρας μεταξύ λόφων που τη στεφανώνουν, σχηματίζοντας γύρω της ένα νοητό πιθάρι, ο πυθμένας του οποίου τελευταία έχει μετατραπεί σε τεχνητή λίμνη με την κατασκευή φράγματος. Η ανυπαρξία ιστορικών στοιχείων για την ίδρυση του μοναστηριού δημιουργεί τη συνήθη διχογνωμία στους ερευνητές με μια άποψη να θέλει το μοναστήρι να έχει ιδρυθεί απ’ τα βυζαντινά χρόνια το οποίο παρήκμασε και επανασυστάθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Μια άλλη άποψη χρονολογεί την ίδρυσή του στον 16ο αι.. Μέσα στο διάβα του χρησιμοποιήθηκε και ως εκκλησιαστικό σωφρονιστήριο, του οποίου λειτουργία διακόπηκε με τη γερμανική κατοχή κατά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο και συνεχίστηκε για λίγο από το 1964.

Στη σημερινή του μορφή έφτασε τα τελευταία χρόνια μέσα από μια διαδικασία ανακαίνισης χάρη στις άοκνες προσπάθειες τις Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου. Το καθολικό, τα κελιά και ο περίβολος αναπαλαιώθηκαν, ανοικοδομήθηκαν και διακοσμήθηκαν με σεβασμό στο περιβάλλον και την παλαιά μορφή της μονής, ενώ οικοδομήθηκε οχυρωματικός πύργος εξ επιρροής από τη μονή Υψηλού.

Το καθολικό είναι μονόχωρος ναός, αφιερωμένος στη σύναξη των Ταξιαρχών. Οι εικόνες του τέμπλου είναι έργα του μοναχού Χατζημακαρίου Καφαλούδη εξ Ερεσού και του Α.Β. Ιωαννίδη, ενώ οι αγιογράφηση του εσωτερικού είναι έργο του Λαζάρου Ζήκου.

Εκατέρωθεν του καθολικού υπάρχουν δύο παρεκκλήσια αφιερωμένα στους Μικρασιάτες και τους Λέσβιους αγίους αντίστοιχα, ενώ εντός των ορίων της μονής υπάρχει ναός αφιερωμένος στην Παναγία του «Άξιον εστίν».  Η μονή διαθέτει επίσης μουσεία λαογραφικό, εκκλησιαστικό, πετρωμάτων και βιβλιοθήκη.

Σε ένα γραφικό ύψωμα στα ανατολικά του Πολιχνίτου, όπου δεσπόζουν οι πυκνοί ελαιώνες και οι ψηλές λεύκες βρίσκεται η μονή Δαμανδρίου αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου. Το Δαμάνδρι ως και τον 16ο αιώνα ήταν χωριό της περιοχής, το οποίο καταστράφηκε κατά τις πειρατικές επιδρομές, όπως και άλλα χωριά, και οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν σε γειτονικά κεφαλοχώρια. Υπάρχουν δύο εκδοχές σχετιζόμενες με την ίδρυση της μονής Δαμανδρίου∙ η μια θεωρεί το μοναστήρι αστικό μέσα ή κοντά στο εν λόγω χωριό, η άλλη το θεωρεί σαν νεότερο ιδρυμένο από εναπομείναντες μοναχούς παλιότερου μοναστηριού της ευρύτερης περιοχής, γνωστής με το όνομα «Παλιομονάστηρα», οι οποίοι κατέφυγαν στον εγκαταλελειμμένο ναό του χωριού Δαμάνδρι και τον έκαναν καθολικό της νέας τους μονής.

Το καθολικό είναι μονόκλιτη βασιλική, ιστορημένη με αξιόλογες τοιχογραφίες του 16ου αι., ενώ κατ’ άλλους χρονολογούνται στο 18ο αι. και είναι έργο του αγιογράφου Χωματζά, μεγάλο μέρος εκ των οποίων σώζεται ως σήμερα. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του αποτελεί συναρμολόγηση διάφορων τμημάτων από παλαιά τέμπλα άλλων ναών της περιοχής. Οι μεγάλες παλαιές εικόνες του Χριστού και της Παναγίας Οδηγήτριας έχουν μεταφερθεί η μία στην Παναγία της Αγιάσου και η άλλη στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Μυτιλήνης. Μετά τη διάλυση της μονής οι χώροι αξιοποιήθηκαν για τη σύσταση γηροκομείου, το οποίο λειτούργησε από το 1958 ως το 1980. Πρόσφατα το μοναστήρι ανασυστάθηκε, ανακαινίστηκε και πλέον έχει δυο μοναχούς.

Λίγο έξω από το ορεινό χωριό της δυτικής Λέσβου την Άντισσα, στην κορυφή του όρους «Χάλακας» βρίσκεται το παλιό εγκαταλελειμμένο ανδρικό μοναστήρι των Ταξιαρχών, γνωστό ως Ι.Μ. Κρεωκόπου.  Η τοποθεσία βρίθει ομορφιάς και αξιόλογης γεωλογικής σημασίας.

Όσον αφορά στο όνομα τα μονής μερικοί διατείνονται ότι ο πρώτος ιδρυτής ασκούσε το επάγγελμα του κρεωκόπου (σφάχτης), άλλοι τη σχετίζουν με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, ο οποίος με το φοβερό σπαθί παίρνει τις ψυχές. Η επικρατέστερη, όμως, εκδοχή σχετίζεται με την παλιά ονομασία «Κρέων» του βουνού  πλησίον του μοναστηριού, στο οποίο για να ανεβεί κανείς απαιτούνταν μεγάλος κόπος. Ο δε Μητροπολίτης Μυτιλήνης Γαβριήλ στο έργο του «Περιγραφή της Λέσβου» αποκαλεί το μοναστήρι ως «Κρυοκόπο» και αναφέρει ότι υπήρχαν πηγές, οι οποίες εκπήγαζαν κρύο νερό ακόμη και τους θερινούς μήνες.

Η μονή ιδρύθηκε πιθανώς πριν τον 15ο αι.. Υπήρξε ένα βυζαντινό μοναστήρι πλούσιο και πολυάνθρωπο με μεγάλη περιουσία και είχε φτάσει να έχει ως 30 μοναχούς. Το καθολικό της μονής αφιερωμένο στη Σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ χτίστηκε το 1605 και εγκαινιάστηκε στις 20 Αυγούστου. Με την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους, οι πολυάριθμες λεηλασίες, η οικονομική και όχι μόνο πίεση, η απύθμενη απληστία μοναχών και η κακοδιαχείριση κατά τα χρόνια της σκλαβιάς έγιναν αιτίες να διαλυθεί η μοναστηριακή περιουσία. Η δε έντονη σεισμική δραστηριότητα τα χωριά της περιοχής προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο μοναστήρι του Κρεωκόπου.

Το 1798 μέσα στη δίνη της σκλαβιάς και της πίεσης της τουρκικής εξουσίας, η μονή Κρεωκόπου είχε φτάσει σε απόλυτη φτώχεια. Οι μοναχοί έφτασαν σε σημείο να πουλούν άγια λείψανα για να επιβιώνουν ή να εγκαταλείπουν τη μονή λόγω ανέχειας. Αξίζει να αναφερθεί ότι πούλησαν το χέρι της Αγ. Μακρίνας στην Ι. Μ. Υψηλού. Γι’ αυτό ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ανέθεσε την επιστασία του στην Ι.Μ. Λειμώνος, παρά την οποία δεν μπόρεσε να ανακάμψει κι έτσι αρχές του 19ου αιώνος εγκαταλείφθηκε, έσβησε και ρήμαξε. Με το πέρασμα του χρόνου τα πάντα γκρεμίστηκαν και οι πέτρες σκορπίστηκαν. Οι δε εικόνες του καθολικού μεταφέρθηκαν στην Άντισσα και κοσμούν σήμερα το τέμπλο του Ι.Ν. Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Ευτυχώς, οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού της Άντισσα από το 1990 ξεκίνησαν προσπάθειες ανοικοδόμησης του κατεστραμμένου μοναστηριού.  Έτσι, χτίστηκε και πάλι εκκλησία αφιερωμένη στους Ταξιάρχες στο χώρο όπου άλλοτε υπήρχε το καθολικό και τα κτίσματα της μονή και με τις προσπάθειες των χωριανών άρχισε πάλι να διαμορφώνεται η νέα ανακαινισμένη μονή. Οι ντόπιοι επισκέπτονται το ειδυλλιακό τοπίο και κάθε χρόνο το πρώτο Σάββατο του Ιούνη πανηγυρίζουν τον Ταξιάρχη του Κρεωκόπου.

Πρόκειται για γυναικείο μοναστήρι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου, το οποίο ερημώθηκε τα τελευταία χρόνια. Η μονή Περιβολής βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νησιού, λίγο έξω από τον οικισμό της Αντίσσης στην όχθη του ποταμού Βούλγαρη σε ένα πλανατόφυτο πλάτωμα. Κρυμμένη μέσα στη λαγκαδιά η μονή Περιβολής περιβάλλεται από ένα πετρόκτιστο περίγυρο που καταλήγει στην κεντρική είσοδο, η οποία στεφανώνεται με το πέτρινο καμπαναριό και εισάγει τον επισκέπτη στην πλακόστρωτη αυλή.

Στο παρελθόν – τουλάχιστον από τον 16ο ως τον 18ο αι. – αποτελούσε εξάρτημα της ανδρικής μονής Ταξιαρχών Κρεωκόπου, όπως αναφέρει επιγραφή πάνω από την πύλη του νάρθηκος «ανεκαινίσθη η παρούσα μονή της υπεραγίας Θεοτόκου υπό των πατέρων των ευρισκομένων της μονής Κρεοκόπου επί καθηγουμένου Ραφαήλ ιερομονάχου».  Σε τουρκικό κατάστιχο πρώτη φορά αναφέρεται το 1548, ενώ το 1621 φέρεται να είχε 30 μοναχές. Το καθολικό της κτισμένο στον τύπο της ξυλόστεγης δίκλιτης βασιλικής, μικρών διαστάσεων κοσμημένο με αξιόλογες τοιχογραφίες του 15ου αι., οι οποίες φωτίζονται από ελάχιστα μικρά παράθυρα και αποδίδονται σε αγιογράφους διαφορετικών εποχών.

Η μονή σχετίζεται με παράπλευρο αλευρόμυλο, ο οποίος βρίσκεται πλησίον αυτής στην απέναντι όχθη του ποταμού. Επάνω αυτού υπάρχει επιγραφή του 1850, ενώ σε οθωμανικό έγγραφο δηλώνεται ο υδρόμυλος ως «κτήμα του Κρεοκόπου στη θέση Περιβολή Σατήρα» από το 1620. Στα 1898 συντηρούνται απ’ αυτόν 4 καλόγριες, ενώ στα 1909 υπάρχουν ακόμη 2-3 καλόγριες οι οποίες βιοπορίζονται από τις εργασίες τους σε αυτόν.

Η ανδρική εν ενεργεία μονή Λειμώνος βρίσκεται στο κέντρο της Λέσβου και σε απόσταση 14 χλμ. από την Καλλονή σε εύφορο λεκανοπέδιο στο κέντρο ενός λιβαδιού (λειμώνα).

Ιδρύθηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους και λειτουργούσε ως την οθωμανική κατάληψη του νησιού το 1462 οπότε και διαλύθηκε. Η μονή ανασυστάθηκε από τον άγιο Ιγνάτιο Αγαλλιανό, σημαντική προσωπικότητα που συνέβαλε στην αναγέννηση των γραμμάτων και του πνεύματος, το 1526 και έκτοτε έγινε τόπος ασκητισμού και λατρείας για όλη τη γύρω περιοχή. Η μονή είχε φτάσει να έχει 150 μοναχούς εκ των οποίων και ο γιος του αγ. Ιγνατίου.  Στο χώρο της μονής λειτούργησε α) η περίφημη «Λειμωνιάδα» σχολή έως και το 1923, η μοναδική στο Αιγαίο όπου είχε διδάξει κι ο περίφημος λόγιος Βενιαμίν ο Λέσβιος, β) το «Φροντιστήριον» το οποίο ήταν κατηχητικό σχολειο, οικοτροφείο και οικοκυρική σχολή για κορίτσια, γ)η Σχολή καλλιγράφων και αντιγραφέων και δ) η σχολή κεντητών και κεντήτριών. Ο άγ. Ιγνάτιος ηγουμένευσε το μοναστήρι για τέσσερα μόνο χρόνια, αφού το 1531 εξελέγη Μητροπολίτης Μηθύμνης, απ’ όπου κα παραιτήθηκε το 1563 για να αφοσιωθεί στη μονή του.

Το λατρευτικό συγκρότημα της μονής Λειμώνος αποτελείται από οικοδομήματα διαφόρων εποχών. Το καθολικό αφιερωμένο στη σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών οικοδομήθηκε το 1526 με την ανασύστασή της και επισκευάσθηκε επανειλημμένα. Η σημερινή του μορφή προέκυψε από την τελευταία ανοικοδόμηση του 1795.   Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος και διπλό νάρθηκα. Κοσμείται με τοιχογραφίες του 16ου και 17ου αιώνος. Αξιόλογο είναι το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο του ναού, δουλεμένο με μικτή τεχνική ανάγλυφου και τρυπητού στον αέρα, καθώς διέπεται από την τεχνοτροπία του οθωμανικού μπαρόκ. Διαθέτει ενσωματωμένα παρεκκλήσια της Ζωοδόχου Πηγής, αγ. Ιγνατίου, αγ. Χαραλάμπους και αγ. Ιωάννου του Θεολόγου.

Η μονή Λειμώνος είναι φημισμένη για τις συλλογές της, τα σπουδαιότατα εκκλησιαστικά κειμήλια και την πλούσια βιβλιοθήκη χειρογράφων και προσελκύει τον προσκυνητή και των ερευνητή σπανίων κειμηλίων και εγγράφων. Στη βιβλιοθήκη της υπάρχουν 516 χειρόγραφοι κώδικες από τον 9ο αι. εκ των οποίων οι 59 είναι περγαμηνοί και οι υπόλοιποι χαρτώοι ή βομβύκινοι, ενώ παράλληλα φυλάσσονται 20.000 βιβλία με παλαιότερο αυτό του 1498. Επιπλέον, φυλάσσονται διάφορα ιερά άμφια, εξαιρετικά δείγματα εκκλησιαστικής χρυσοκεντητικής, βημόθυρα ιερού βήματος, σπαράγματα τοιχογραφιών, φορητές εικόνες, ιερά σκεύη, λειψανοθήκες και πολλά εκκλησιαστικά σκεύη. Η μονή στεγάζει, επίσης, λαογραφικό και γεωλογικό μουσείο, λεσβιακό σπίτι, ξενώνα και γηροκομείο.

Ο πλούτος των κειμηλίων και η γενικότερη προσφορά στη θρησκευτική, εκπαιδευτική και πνευματική ιστορία του νησιού καθιστά τη μονή πόλο έλξης χιλιάδων προσκυνητών. Το πλούσιο πολιτιστικό αρχείο αποτελεί αδιάψευστος μάρτυς της μακράς παράδοσης του τόπου και παρέχει πληροφορίες για την ιστορία του νησιού. Η μονή πανηγυρίζει στις 14 Οκτωβρίου, ημέρα μνήμης του ανακαινιστού και ιδρυτού της νέας μονής αγ. Ιγνατίου.

Η μονή του Ταξιάρχη βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον οικισμό του Μανταμάδου και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα πανελληνίως. Άλλοτε λειτουργούσε ως ανδρώα μονή, πλέον θεωρείται προσκυνηματική όπου φυλάσσεται η ανάγλυφη θαυματουργή εικόνα του Ταξιάρχου, ζυμωμένη με λάσπη και αίμα.

Σύμφωνα με την παράδοση, η μονή υπήρχε ήδη τον 10ο αι. και προς το τέλους του δέχθηκε επίθεση Σαρακηνών πειρατών, οι οποίοι κατέστρεψαν τις εγκαταστάσεις της και σφαγιάσαν τους μοναχούς της. Σώθηκε μόνον ένας δόκιμος, ο Γαβριήλ, ο οποίος είχε κρυφτεί στη στέγη του ναού και με την αναχώρηση των πειρατών κατασκεύασε τη θαυματουργή εικόνα του Ταξιάρχη με πηλό και αίμα των σφαγιασθέντων μοναχών.

Η πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη της μονής, ωστόσο, είναι ένα έγγραφο του 1661 και μια σύγχρονη αυτού επιγραφή στο ναό. Είναι γνωστό κι ότι τον 18ο αι. το παλαιό μικρό καθολικό αντικαταστάθηκε από νέο μεγαλύτερο ναό. Το σημερινό καθολικό, το οποίο δεσπόζει στη μέση του αυλογύρου, οικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1879 και αποτελεί τρίκλιτη βασιλική. Το συγκρότημα έχει όψη φρουρίου, καθώς περιβάλλεται από ψηλά κτήρια και πυργοκωδωνοστάσιο στη βορειοδυτική πλευρά.

Στο εσωτερικό του καθολικού κυρίαρχη θέσει κατέχει η μοναδική στο είδος του ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, η οποία φυλάσσεται σε πολυτελές κουβούκλιο κατασκευασμένο το 1766. Ιδιαίτερα κειμήλια αποτελούν ο αρχιερατικός σάκος και το πετραχήλι του αγ. εθνοιερομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου Ε’, σε ειδική προθήκη στα δεξιά της εισόδου, τα οποία είχε δώσει ο ίδιος ο πατριάρχης στον πρωτοσύγκελό του Πορφύριος, μετέπειτα μητροπολίτη Μυτιλήνης. Αξιοπρόσεκτα είναι τα μικρά μεταλλικά υποδήματα που προσφέρουν οι πιστοί, αφού σύμφωνα με την παράδοση ο Ταξιάρχης φθείρει τα υποδήματά του διατρέχοντας τη νύχτα το νησί.

Η μονή διαθέτει ξενώνες για τη φιλοξενία των επισκεπτών. Εορτάζει δυο φορές το χρόνο στις 8 Νοεμβρίου, ημέρα της συνάξεως των αρχαγγέλων και την Κυριακή των Μυροφόρων, εορτή των εγκαινίων του ναού, ο εορτασμός των οποίων προσελκύει μεγάλο αριθμό προσκυνητών, καθώς κατά χιλιάδες καταφθάνουν πεζοπορώντας απ’ όλες τις άκρες του νησιού. Οι εορτασμοί συνοδεύονται από μεγάλη θρησκευτική και εμπορική πανήγυρη και τη μοναδική τελετουργική προσφορά ενός ταύρου.

Βρίσκεται στο βορειανατολικό τμήμα του νησιού σε 3 χλμ. από την πρωτεύουσα κοντά στον οικισμό της Θερμής στη θέση παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Η πορεία της μονής διακρίνεται σε τρεις περιόδους α) από τον 10ο αι. έως το 1235, β) από το 1433 έως το 1463 και γ) από το 1962 έως σήμερα.

Την πρώτη περίοδο αποτελούσε γυναικεία μονή με ηγουμένη της αγ. Ολυμπία και 30 μοναχές, οι οποίες όλες μαρτύρησαν από τους Σαρακηνούς πειρατές. Κατά τη δεύτερη περίοδο η μονή ήταν ανδρική αφιερωμένη στο γενέσιο της Θεοτόκου με ηγούμενο τον άγ. Ραφαήλ και διάκονο τον αγ. Νικόλαο. Την περίοδο αυτή είχαν καταφύγει και πολλοί κάτοικοι της Θερμής. Τότε έλαχε να επιτεθούν στο μοναστήρι οι Τούρκοι κατακτητές, να σκοτώσουν τους ιερωμένους και τους λαϊκούς και να καταστρέψουν το συγκρότημα του μοναστηριού. Την άγνωστη αυτή ιστορία την αποκάλυψε ο ίδιος άγ. Ραφαήλ κατά τα μέσα του 20 αι. , ενώ η σκαπάνη και η αρχαιολογική έρευνα επαλήθευσαν τα ρηθέντα. Έκτοτε, το 1964 ξεκινάει η τρίτη περίοδος με την ανοικοδόμηση της μονής, την ίδρυση ξενώνων, ναών και με πολυσήμαντη προσφορά στην τοπική κοινωνία.

Το μοναστήρι του αγ. Ραφαήλ προσελκύει χιλιάδες κόσμου που προσφεύγει καθημερινά στο μαρτυρικό εκείνο τόπο, ιδιαιτέρως δε τη Λαμπροτρίτη, ημέρα του μαρτυρίου των αγίων, οπότε γίνεται πάνδημος πανήγυρη.

Ο ιερός ναός Παναγίας της Τρουλωτής είναι κτισμένος σε γραφικό ύψωμα της περιοχής των Πύργων Θερμής στο ανατολικό τμήμα του νησιού. Ο ναός ανήκει στην κατηγορία του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο στηριζόμενος σε τέσσερις πεσσούς και χρονολογείται στον 9ο αι.

Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους βυζαντινούς ναούς που σώζονται στη Λέσβο. Η βυζαντινή μνήμη αναζητά τις σελίδες της ιστορίας και τις παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες φέρεται το Ναό να έχτισε η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία, όταν ήταν εξόριστη στη Λέσβο. Με το κτίσιμο του ναού θέλησε να εξιλεωθεί από το βαρύ αμάρτημα της συνομωσίας για το σφετερισμό του θρόνου της Βασιλευούσης με συνέπεια το θάνατο του γιού της Κωνσταντίνου Στ’. Είναι αφιερωμένος στην κοίμηση της Θεοτόκου και ονομάζεται Παναγία Τρουλωτή ή Τουρλωτή, καθότι αποτελεί έναν από τους ελάχιστους ναούς με τρούλο και μάλιστα το ιδιαίτερο στοιχείο που δικαιολογεί την ονομασία αυτή είναι η εικόνα της Θεοτόκου αντί του Παντοκράτορος στον τρούλο.

Το 1992 με την καθαίρεση των επιχρισμάτων αποκαλύφθηκε ότι ο Ναός εσωτερικά είναι ιστορημένος με αγιογραφίες του 17ου αι., οι οποίες διατηρούν πάνω τους τα καταστροφικά σημάδια των πολεμίων. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο αποτελεί έργο του 18ου αι., κατασκευασμένο από ξύλο καρυδιάς αποτελεί τρανό παράδειγμα της λεσβιακής ξυλογλυπτικής με θεματικές παραστάσεις από τη Βίβλο, πλούσιο ανθικό διάκοσμο, μικρά κιονόκρανα και επιβλητικά αετώματα που κοσμούν και αναδεικνύουν τις περίτεχνες εικόνες του. Επίσης, στο ναό σώζονται φορητές εικόνες, ιερά σκεύη και εκκλησιαστικά βιβλία του 17ου και 18ου αιώνα, ως πολύτιμη κληρονομιά για τους πιστούς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Στη θέση «Παλιός» στην παραλία του Μανταμάδου βρίσκεται ο ναός του αγ. Στεφάνου, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Ο τρούλος είχε καταρρεύσει στα μέσα του 19ου αι. και στη θέση του τοποθετήθηκαν ξύλινοι δοκοί με κεραμική κάλυψη.

Πρόκειται για κτίσμα μικρών διαστάσεων κατασκευασμένο από λαξευτούς λίθους ροδόχρωμου  τραχείτη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι της περιοχής απέκρουσαν με επιτυχία επίθεση πειρατών περί το 1220. Έτσι, τον «στέφανον» της νίκης τους προσέφεραν στον άγ. Στέφανο με την ίδρυση ναού προς τιμή του.

Ωστόσο, αρχιτεκτονικά μέλη προγενεστέρου ναού και αναθηματική επιγραφή του 2ου αι. προς τον Τραϊανό Καίσαρα έχουν εντοιχιστεί στην τοιχοποιία του μνημείου. Στην ανατολική όψη ξεχωρίζουν οι τρεις ημικυκλικές αψίδες του ιερού, ενώ τυφλά αψιδώματα διακοσμούν το βόρειο και νότιο τοίχο. Το δάπεδο του εσωτερικού χώρου είναι βοτσαλωτό με μεγάλη ποικιλία διακοσμητικών μοτίβων.

Η χρονολόγηση του μνημείου είναι δύσκολη. Ωστόσο, πρέπει να τοποθετηθεί από τα μορφολογικά κυρίως στοιχεία στον 13ο αι.. Στο μνημείο διατηρούνται σε μερικά σημεία λείψανα τοιχογραφιών, τα οποία είναι αδύνατο να χρονολογηθούν.

Πλησίον του μνημείου υπάρχει μικρός οικισμός με χαρακτηριστικά εργαστήρια κεραμικής και καμίνια (φούρνους).

ΓΕΩΠΑΡΚΟ ΛΕΣΒΟΥ - LESVOS GEOPARK