Χώροι Λατρείας – Ναοί

Ο ναός κοιμήσεως της Θεοτόκου αποτελεί κεντρικό προσκύνημα που βρίσκεται στην ορεινή Αγιάσο εξαιτίας της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας η οποία θησαυρίζεται εκεί και η ιστορία του ξεκινά τα χρόνια της Εικονομαχίας,.

Τον 8ο αι. ο μοναχός Αγάθων προσήλθε στην περιοχή, δεδομένου ότι στη Λέσβο το κλίμα της εικονομαχίας άρχισε να εκλείπει. Ερχόμενος από τα Ιεροσόλυμα μετέφερε κειμήλια μεταξύ των οποίων και η εικόνα της Θεοτόκου. Πολύ αργότερα μετά το θάνατό του, το 1170 ιδρύθηκε μεγαλοπρεπής ναός όπου οι ακόλουθοι του μοναχού μετέφεραν την εικόνα, τα λείψανα του μοναχού Αγάθωνος, τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου και άλλα σεβάσματα. Έτσι, ιδρύθηκε η μονή της Παναγίας, η οποία έμελλε να αποτελέσει τον ενοριακό ναό του οικισμού που άρχισε να δημιουργείται γύρω από τη μοναστική κοινότητα μετά την άλωση της Λέσβου απ’ του Οθωμανούς. Έτσι, ο οικισμός πήρε το όνομα που ήταν γραμμένο πάνω στην εικόνα της Παναγίας (Αγία Σιών, εξ ού Αγιάσος).

Το 1783 η μονή διαλύθηκε, ο ναός παρέμεινε να αποτελεί την εκκλησία του οικισμού και η διοίκησή του περιήλθε στα χέρια των λαϊκών επιτρόπων. Το 1806 ο ναός κατεδαφίστηκε και στη θέση του ανηγέρθηκε νέος μεγαλύτερος. Κατά της εργασίες της κατασκευής των ξυλογλύπτων μεγάλη φωτιά κατέκαψε μεγάλο μέρος του χωριού και προκάλεσε ζημιές στο έργο. Το 1815 η προσπάθεια ανοικοδόμησης συνεχίστηκε με εργολαβία του κάλφα Χατζηελευθερίου εξ Άγρας.

Έτσι, προήλθε η σημερινή μορφή του ναού ο οποίος αποτελεί τρίκλιτη βασιλική τεραστίων διαστάσεων (μήκους 32,20 μ. και πλάτους 26,20 μ.). Η εξωτερική μορφή είναι χαρακτηριστική των λεσβιακών βασιλικών. Η στέγη είναι τετράριχτη με αποτμήσεις στην ανατολική και δυτική πλευρά, ενώ ο νάρθηκας περικλείεται από κιονοστοιχία. Το ιερό βήμα τρεις κόγχες, κάθε μία εκ των οποίων φέρει αγία Τράπεζα.

Το τέμπλο και ο θρόνος είναι θαυμάσια δείγματα μαρμαρογλυπτικής. Κατά την κατασκευή του τέμπλου θεωρήθηκε χαμηλό και προστέθηκε ξύλινο τμήμα, το οποίο φιλοτεχνήθηκε στην τεχνοτροπία του μαρμάρου, στα ίδια σχέδια και χρώματα, ώστε να μη διακρίνεται η διαφορά των δύο υλικών. Ο ναός βρίθει από αξιόλογες φορητές εικόνες χρονολογούμενες από τον 10ο ως τον 19ο αι..

Στο προαύλιο λειτουργεί πλούσιο σε εκθέματα εκκλησιαστικό μουσείο, όπου εκτίθενται φορητές εικόνες, χειρόγραφα, παλαίτυπα βιβλία, χρυσοκέντητα άμφια, δημιουργήματα εκκλησιαστικής μεταλλοτεχνίας και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Τα σημαντικότερα εκθέματα θεωρείται πως είναι ένας μικρός σταυρός ευλογίας, τον οποίο είχε φέρει ο μοναχός Αγάθων από τα Ιεροσόλυμα, ένας κεντητός επιτάφιος της Παναγίας, κωνσταντινουπολίτικο δημιούργημα του 1812 και ένα κουβούκλιο Επιταφίου με ιστορημένες παραστάσεις από το Πάθος του Κυρίου και τη ζωή της Θεοτόκου.

Ο ναός πανηγυρίζει το Δεκαπενταύγουστο, οπότε πλήθος πιστών συρρέει στην Αγιάσο απ’ όλα τα μέρη του νησιού πεζοπορώντας για να ασπαστεί την εικόνα της Παναγιάς, όπως επίσης και στην εορτή της Υψώσεως του Σταυρού, καθότι στο ναό φυλάσσεται απότμημα Τιμίου Ξύλου, παρακαταθήκη του μοναχού Αγάθωνος.

Ο ναός του αγ. Θεράποντος είναι ο μεγαλύτερος του νησιού και αποτελεί κράμα βυζαντινού και γοτθικού ρυθμού με στοιχεία μπαρόκ. Βρίσκεται στην κεντρική αγορά της Μυτιλήνης, σε θέση όπου από τον 17ο αι. υπήρχε ένα μικρό παρεκκλήσι, το οποίο εξυπηρετούσε τις λειτουργικές ανάγκες του μοναδικού φιλανθρωπικού ιδρύματος όπου νοσηλεύονταν ασθενείς, ηλικιωμένοι, άστεγοι και ταξιδιώτες, το γνωστό «Ξενοδοχειό». Σύμφωνα με πληροφορίες ο πρώτος αυτός ναός είχε κτιστεί πάνω στα ερείπια αρχαίου οικοδομήματος, πιθανότατα ναού προς τιμήν του Απόλλωνα ή τη σχολή της ποιήτριας Σαπφούς.

Ο σημερινός ναός άρχιζε να χτίζεται κατά την Τουρκοκρατία. Συγκεκριμένα, οι εργασίες ξεκίνησαν το 1850 επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Καλλινίκου Κυπαρρίση και εγκαινιάστηκε το 1935 επί μητροπολίτου Ιακώβου Α’. Αρχιτέκτονας ήταν ο διαπρεπής μυτιληνιός Αργύριος Κων. Αδαλής, μαθητής των Γερμανών αρχιτεκτόνων Χάνσεν και Τσίλλερ. Το τέμπλο και τα ξυλόγλυπτα του ναού φιλοτεχνήθηκαν το 1915 από το Δημήτριο Κόβαλα. Οι εικόνες του τέμπλου είναι έργο της αδελφότητος Ιωασαφαίων Αγ. Όρους και οι υπόλοιπες τοιχογραφίες του Βασιλείου Δαδάκη εξ Αδριανουπόλεως.

Πολύτιμος θησαυρός του ναού αποτελεί η μαρμάρινη σαρκοφάγος εντός της οποίας θησαυρίζεται το λείψανο του μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου του Λέσβιου (1766-1828) αγωνιστού ιεράρχου κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Τέλος, ας σημειωθεί πως ο ναός ανακαινίστηκε τελευταία επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου Γ’.

Ο μητροπολιτικός ναός της Μυτιλήνης βρίσκεται στην κεντρική αγορά της πόλης και είναι αφιερωμένος στον άγ. Αθανάσιο. Χρονολογείται στα τέλη του 16ου – 17ου αι. και εικάζεται ότι ως μητροπολιτικός είναι από το 1721.

Αποτελεί τρίκλιτη βασιλική με τρούλο. Εσωτερικά είναι διακοσμημένος με νατουραλιστικές τοιχογραφίες του 1901, έργα του Λέσβιου ζωγράφου Βασιλείου Κεσακλή, Η τέχνη της λεσβιακής ξυλογλυπτικής της μεταβυζαντινής περιόδου αποτυπώνονται στο τέμπλο, τον άμβωνας και το δεσποτικό με θέματα βγαλμένα από τη φύση. Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η αγία Τράπεζα, η οποία καλύπτεται με ξυλόγλυπτο κιβώριο στο οποίο απεικονίζονται στοιχεία από το φυτικό και ζωικό διάκοσμο. Έχουν φιλοτεχνηθεί το 1738, σύμφωνα με σκαλισμένη επιγραφή που υπάρχει στο δεσποτικό θρόνο.

Το κωδωνοστάσιο ύψους τριάντα τριών μέτρων χτισμένο από «σαρμοσακόπετρες», πέτρες από το μικρασιάτικο λατομείο «Σαρμοσάκ» ανηγέρθηκε το 1882 και παρουσιάζει στοιχεία νεογοτθικού ρυθμού.

Στο ναό φυλάσσεται ως πολύτιμος θησαυρός η ασημένια λάρνακα με το άφθαρτο σκήνωμα του αγ. Θεοδώρου Βυζαντίου, πολιούχου της Μυτιλήνης, ο οποίος μαρτύρησε στα τέλη του 18ου αιώνος στην πόλη μας.

Εντός του ιερού ναού υπάρχει ειδική κρύπτη με πρόσβαση από το κέντρο του σολέα, η οποία αποτελεί ομαδικό αρχιερατικό τάφο κι έχουν ταφεί όλοι οι αρχιερείς της Μυτιλήνης κατά το διάστημα 1707-1783. Εκεί είχε «φιλοξενηθεί» το τίμιο λείψανο του αγ. Θεοδώρου κατά τα χρόνια της σκλαβιάς.

Στο ναό θησαυρίζονται επίσης αξιόλογα εκκλησιαστικά κειμήλια, φορητές εικόνες και λειτουργικά σκεύη.

Ο ναός των αγίων Θεοδώρων Μυτιλήνης αποτελεί τρίκλιτη βασιλική και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το μητροπολιτικό ναό. Σύμφωνα με την παράδοση θεωρείται ως η πρώτη μητρόπολη της Μυτιλήνης μέχρι την οθωμανική κατάληψη της πόλης και καταστράφηκε στα τέλη του 18ου αιώνος από πυρκαγιά.
Μια πρώτη ματιά στο ναό καταδεικνύει την αρχαιότητα του χώρου, αφού οι επιβλητικοί κίονες και το δομικό υλικό που έχουν χρησιμοποιηθεί μαρτυρούν στοιχεία αρχαίου δημοσίου κτιρίου. Στο εσωτερικό του ναού διακρίνεται κιονόκρανο σε δεύτερη χρήση στη βάση ενός από τους κίονες που χωρίζουν το μεσαίο από το βόρειο κλίτος.
Η ανοικοδόμηση του ναού έγινε το 1795 και έφτασε έτσι στη σημερινή μορφή. Ο ναός αγιογραφήθηκε το 1799 και το 1918 πραγματοποιήθηκαν εργασίες ανακαινίσεως, κατά τις οποίες πολλές παλιές αγιογραφίες επικαλύφθηκαν με νεότερες. Στο νότιο τοίχο σώζεται σπάραγμα από τοιχογραφία του παλιού ναού.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι ένα απ’ τα αξιολογότερα του νησιού τα θωράκια του οποίου κοσμούνται με ανάγλυφες παραστάσεις απ’ τη Παλαιά και την Καινή διαθήκη. Αποτελεί έργο του 1812 και κατασκευάστηκε «υπό του μάστορα Σταύρου του Γιεώργη Πολιτου Χιοτη», σύμφωνα με συμφωνητικό έγγραφο.
Της αυτής τεχνοτροπίας είναι κι η αγία Τράπεζα και το κιβώριό της, έργα του 1818, όπως επίσης και ο αρχιερατικός θρόνος που έχει φιλοτεχνηθεί το 1872. Στο ναό σώζονται αξιολογότατες φορητές εικόνες, παλιότερες του 1795, γεγονός που μαρτυρεί πως προέρχονται απ’ τον παλιό ναό. Ανάμεσά τους διακρίνεται η «Παναγιά η Αγιοθεοδωρίτισσα», βυζαντινή εικόνα η οποία όπως αναφέρεται λιτανευόταν πανδήμως σ’ όλη την Μυτιλήνη.
Ο ναός εορτάζει το πρώτο Σάββατο της σαρακοστής, στις 25 Μαρτίου και στις 15 Αυγούστου.

Ο ναός των αγίων Αποστόλων αποτελεί έναν απ’ τους παλαιότερους ναούς της πόλεως της Μυτιλήνης και βρίσκεται σε όχι μεγάλη απόσταση από τον μητροπολιτικό ναό. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο με θολωτή οροφή, η οποία φέρει αξιόλογο διάκοσμο.
Φέρεται να υπάρχει ήδη στις αρχές του 18ου αιώνες, σύμφωνα με έγγραφα του 1728 και 1732. Ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1815 με πρωτοστάτη τον τότε μητροπολίτη Μυτιλήνης κ.κ. Καλλίνικο και κάλφα τον Δημήτριο Μεϊμάρη. Στοιχείο που συνηγορεί στην ύπαρξη προηγουμένου ναού προ της ανακαινίσεως αποτελεί η ύπαρξη παλιών φορητών εικόνων προ του 18ου αιώνος, όπως η αυτή του αγίου Νικολάου, η οποία χρονολογείται το 1637.
Άξιο προσοχής είναι ότι σε έναν από του κίονες του ναού έχει χρησιμοποιηθεί ως βάση παλαιοχριστιανικό κιονόκρανο. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο της εποχής της ανοικοδόμησης του ναού, καθώς επίσης και ο αρχιερατικός θρόνος.

Το Καγιάνι, κοινότητα λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη της Μυτιλήνης, είναι χτισμένο πάνω στην ανατολική πλαγιά της οροσειράς της Αμαλής. Από μεγάλη απόσταση αντικρύζοντας το βλέμμα θα σταθεί στην εκκλησιά του οικισμού, ένα κομψοτέχνημα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής με τον χαρακτηριστικό ασημογκρί τρούλο. Είναι αφιερωμένη στους Ταξιάρχες και από το 1936 έχει παραχωρήσει το όνομα «Ταξιάρχες» και στον οικισμό.
Σύμφωνα με διηγήσεις ο ναός έλαβε υπόσταση κατόπιν θαυματουργικής επέμβασης του αρχαγγέλου Μιχαήλ, ενώ τη σημερινή του μορφή απέκτησε το 1903 με την ανοικοδόμηση αυτού από τον Αργύριο Αδαλή με υλικά που μεταφέρονταν από τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Ο ρυθμός είναι βυζαντινός σταυροειδής με τρούλο με παραλλαγές γοτθικού ρυθμού. Διαθέτει γυναικωνίτη υπεράνω του νάρθηκος, ενώ η στέγη στηρίζεται σε κτιστούς πεσσούς οι οποίοι καταλήγουν σε τετράγωνα κιονόκρανα με ωραίους γύψινους διακόσμους.
Στο ναό φυλάσσονται παλαιότατες εικόνες, πολλές εκ των οποίων είναι αχρονολόγητες, αλλά ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει για την τοιχογραφία η οποία αποτελεί την εφέστιο εικόνα και αναπαριστά τον αρχιστράτηγο Μιχαήλ με ρομφαία και ειλητάριο. Η εικόνα του Ταξιάρχη αποτελούσε τοιχογραφία του πρώτου ναού η οποία βρισκόταν στο νότιο τοίχο του. Φιλοτεχνήθηκε κατά πάσαν πιθανότητα όταν ανεγέρθηκε ο πρώτος ναός κι όταν κατασκευάσθηκε ο δεύτερος ναός συμπεριελήφθη σε αυτόν αποτελώντας το κεντρικό προσκυνητάρι του. Έχει δε υποστεί πολλές επιζωγραφίσεις στην προσπάθεια να καλυφθούν οι φθορές του χρόνου.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο προερχόμενο από τον παλαιό ναό αποτελεί έργο των αρχών του 18ου αιώνος, είναι διάτρητο σε πολλά σημεία με εικόνες του παλαιού ναού να κοσμούν το δωδεκάορτο. Σημειωτέον ότι με την ανοικοδόμηση του δευτέρου ναού έγιναν προσθήκες για την επιμήκυνση και την ανύψωση αυτού, για να προσαρμοστεί στον υπάρχοντα. Της αυτής τεχνοτροπίας αποτελούν ο αρχιερατικός θρόνος και ο άμβωνας. Στο ναό φυλάσσονται πλήθος από παλιές ολόσωμες και φορητές εικόνες, άξια λόγου κειμήλια και ιερά σκεύη. Άξια αναφοράς είναι μια παλιά εικόνα του αγ. Θεοδώρου του Βυζαντίου, η οποία φιλοτεχνήθηκε το 1800, λίγα μόλις χρόνια απ’ το μαρτύριο του αγίου και τον απεικονίζει μαζί με τον άγ. μάρτυρα Τρύφωνα.
Το κωδωνοστάσιο που κοσμεί τον περίβολο είναι έργο του 1908 από τον πρακτικό αρχιτέκτονα Δημήτριο Ζέρβα και κατασκευάστηκε με οικοδομικά υλικά απ’ τη Μικρά Ασία.
Ο Ι.Ν. Ταξιαρχών Καγιανίου αποτελεί προσκυνηματικό ναό που προσελκύει πλήθος κόσμου για να τιμήσουν τη χάρη των αγίων αγγέλων και να θαυμάζουν τη μεγαλειώδη θέα που απλώνεται μπροστά του αντικρύζοντας τη θάλασσα και την παλιά μικρασιατική Ελλάδα.

Πρόκειται για έναν από τους πιο εντυπωσιακούς και επιβλητικούς ναούς του νησιού, ο οποίος φαντάζει μακρόθεν σαν αντικρίσει ο επισκέπτης τον οικισμό των Παμφίλων. Αποτελεί τρίκλιτη βασιλική με εγγεγραμμένο σφαιρικό τρούλλο και φέρει πολλές ομοιότητες προς τις βασιλικές του 19ου αι. που στολίζουν τη Λέσβο. Ανεγέρθηκε περί το 1859-1881 σε θέση όπου υπήρχε προγενέστερος μικρότερος ναός.
Η αρχιτεκτονική του δηλώνει δυτική επιρροή και δη από την Ιταλία. Για την εκπόνηση το σχεδίων ασχολήθηκαν οι πρωτομάστορες Δημήτριος Μεϊμάρης και ο Τήνιος μαρμαρογλύπτης Πέτρος Βέκιος, ενώ για τον εσωτερικό διάκοσμο προσήλθαν τεχνίτες από την Ιταλία. Εντύπωση προκαλεί ο μεγάλος γυναικωνίτης με τους εννιά ημικυκλικούς εξώστες που φέρουν αξιόλογη διακόσμηση, όπως επίσης η γενικότερη αγιογράφηση και ο καλλιτεχνικός διάκοσμος της οροφής με γύψινα ανθικά θέματα και παραστάσεις εκ της Βίβλου.
Το μαρμάρινο τέμπλο είναι δημιούργημα του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, κατασκευασμένο από λευκό μάρμαρο το 1878, σύμφωνα με την επιγραφή: «ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ ΤΗΝΙΟΣ ΕΠΟΙΕΙ 1878». Σύμφωνα με τα αρχεία του ναού η κατασκευή του κόστισε 131.420 γρόσια. Τα βημόθυρα είναι ξυλόγλυπτα και προέρχονται από το παλιό μικρότερο τέμπλο του προηγουμένου ναού, το οποίο μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσι του αγ. Νικολάου της Σκάλας Παμφίλων. Ο ξυλόγλυπτος επίσης αρχιερατικός θρόνος και ο άμβωνας με μοτίβα από το φυτικό και ζωικό περιβάλλον προέρχονται από τον παλαιότερο ναό και κατασκευασμένα το 1786.
Στο ναό φυλάσσεται τμήμα λειψάνου της αγ. μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας σε ειδική λειψανοθήκη. Πολλές εικόνες θησαυρίζονται, επίσης, με κυριότερη και μεγαλύτερης ιστορικής αξίας αυτή του αγ. Θεοδώρου του Βυζαντίου, η οποία έχει φιλοτεχνηθεί το 1798, τρία μόλις χρόνια από το μαρτύριο του αγίου. Στο σκευοφυλάκιο του ναού φυλάσσονται σημαντικά κειμήλια, σπουδαία έργα εκκλησιαστικής τέχνης, παλαίτυπα βιβλία και έγγραφα προερχόμενα απ’ την περίοδο 1767-1866.

Ένα από τα αξιοπρόσεκτα θρησκευτικά μνημεία που έχει να επιδείξει το νησί της Λέσβου αποτελεί το προσκύνημα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας στον οικισμό της Πέτρας. Χτισμένη οχυρωματικά εντός του φρουρίου πάνω σε βράχο ύψους 40 μέτρων, στέκει ως αδιάψευστος μάρτυρας της τοπικής ιστορίας και των πολλαπλών πειρατικών επιθέσεων που δέχτηκε κατά καιρούς το νησί.
Στην κορυφή του βράχου μέσα στο οχυρό, το οποίο επόπτευε τη γύρω περιοχή από τις επιδρομές, υπήρχε μικρός ναός της Παναγίας ήδη πριν από την οθωμανική κυριαρχία του νησιού. Το 1609 ανεγέρθηκε μεγαλύτερος, ο οποίος ανοικοδομήθηκε και πάλι εκ βάθρων το 1840 με σουλτανικό φιρμάνι, που σώζεται ως σήμερα. Ο ναός αποτελεί τρίκλιτη βασιλική και διαθέτει ξυλόγλυπτο θρόνο και δεσποτικό θρόνο.
Εντός του ναού φυλάσσεται η θαυματουργή και επάργυρη εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. Η ιστορία της συνδέεται με παράδοση, σύμφωνα με την οποία θαλασσοδαρμένο πλοίο έπλεε ακυβέρνητο στ’ ανοιχτά του Ελλησπόντου, όταν ναύτης την ανέσυρε απ’ τα κύματα. Το πλήρωμα του πλοίου την έθεσε σε περίοπτη θέση και την προσκυνούσε ευχαριστώντας καθημερινά. Φθάνοντας κάποτε στ’ ανοιχτά του οικισμού της Πέτρας η εικόνα εξαφανίστηκε. Ο καπετάνιος επί τρεις μέρες παρατηρούσε μια στήλη φωτός πάνω από το βράχο της Πέτρας, όπου και έβρισκε την εικόνα. Έτσι, κατανόησαν ότι η Παναγία ήθελε ως θρόνο της το βράχο και χτίστηκε ο ναός με θαυματουργικές παρεμβάσεις.
Η χάρη της Παναγίας προσέδωσε μεγάλη φήμη στην Παναγία και πέρα απ’ το νησί, έτσι ώστε να καταφεύγουν στο ναό πανταχόθεν ακόμη και Τούρκοι για να προσκυνήσουνε και να εκπληρώσουνε κάποιο τάμα. Ως εκ τούτου ο ναός της Παναγίας απέκτησε μεγάλο πλούτο από ασημικά και χρυσαφικά, γεγονός που έκανε τους αλλοθρήσκους να βάλουν στόχο τον πλούτο της. Περί το 1865, Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στο ναό έχοντας ως στόχο τα τιμαλφή του, αφήνοντας πίσω μονάχα ένα αργυρό θυμιατήρι του 1667, ένα αργυρό άγιο Ποτήριο του 1742 και την επάργυρη εικόνα της Παναγίας η οποία διεσώθη θαυματουργικώς.
Το προσκύνημα της Παναγίας της Πέτρας αποτελεί σημείο αναφοράς για τη Λέσβο και έναν προορισμό για την εορτή του Δεκαπενταυγούστου. Η θέα που απλώνεται μπροστά σαν ανέβεις τον ιερό βράχο με τα 114 σκαλοπάτια μαγεύει και διεγείρει την ψυχή προς τα άνω πράγμα που εντείνεται αν λογιστεί σε συνδυασμό με την ιερότητα και ιστορικότητα του χώρου.

Το Σίγρι, το δυτικότερο ψαροχώρι του νησιού, απετέλεσε οικισμό με κατεξοχήν τούρκικο πληθυσμό κατά τη μακραίωνη τουρκική κυριαρχία. Ο ναός του χωριού, αφιερωμένος στην αγία Τριάδα, χτίστηκε το 1870 από τους Τούρκους και χρησιμοποιήθηκε σαν τέμενος ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, οπότε και μετετράπη σε χριστιανικό ναό. Αρχιτέκτονάς του υπήρξε ο εξ Ερεσού Ιωάννης Δεμίρης, ο οποίος εξ αρχής δεν του είχε προσδώσει προσανατολισμό προς τη Μέκκα, αλλά προς ανατολάς, ελπίζοντας πως κάποτε ο ναός θα μετατρεπόταν σε χριστιανικό.
Το κτίριο είναι ψηλό, επιβλητικό και ωραίο, χτισμένο με λίθους από το λατομείο «σαρμοσάκ» (σαρμοσακόπετρες). Ο ναός στεγάζεται στο δεύτερο όροφο, καθώς το ισόγειο χρησιμοποιείται ως αποθήκη από τότε που λειτουργεί ως τζαμί. Έτσι, για να εισέλθει κανείς εντός αυτού ανεβαίνει τριμερή σκάλα. Ο ρυθμός που δόθηκε εσωτερικά δεν επέτρεψε την καθολική διαρρύθμιση του χώρου με την οικοδόμηση κιόνων, αλλά τοποθετήθηκαν ξύλινα στασίδια τα οποία διαμόρφωσαν το χώρο σε τρίκλιτη βασιλική. Η στέγη του ναού παρέμεινε ως είχε τετραμερής ξύλινη κεραμοσκεπή.
Ιδιαίτερη αίγλη προσδίδουν στο κτίριο τα πολυπληθή μεγάλα παράθυρα σε ρυθμό αραβικό και βυζαντινό ανά σειρά, κατασκευασμένα από σαρμοσακόπετρες. Οι δυο υψηλοί κίονες που κοσμούν τη δυτική όψη του κτιρίου, επί των οποίων στηρίζονται τα τρία μεγάλα αραβικού ρυθμού τόξα, δίνουν στο κτίριο μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητα.
Ο ναός διαθέτει γυναικωνίτη, στηριζόμενο σε τέσσερις κίονες. Το ξύλινο τέμπλο του ναού δε φέρει ιδιαίτερες διακοσμήσεις κι είναι έργο του 1923 του εκ Τενέδου τεχνίτη Δημητρίου Κάλχα ή Καλφαμήτρου, ο δε άμβωνας είναι έργο του τεχνίτου Ελευθερίου Χαβαράνη εξ Ερεσού. Στο ναό επίσης φυλάσσονται αξιόλογες εικόνες προερχόμενες εκ Μικράς Ασίας κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Ο ιερός ναός αγίου Νικολάου Πλωμαρίου ιδρύθηκε το 1847 σύμφωνα με παλιά εντοιχισμένη επιγραφή και απετέλεσε το μητροπολιτικό ναό της ανεξάρτητης επισκοπής Πλωμαρίου κατά την περίοδο 1924-1933.
Η οικοδόμησή του συνδέεται με την παράδοση κατά την οποία οι κάτοικοι του νέου οικισμού του Πλωμαρίου ήθελαν να κατασκευάσουν όμοιο ναό με αυτόν της Παναγίας της Αγιάσου. Έτσι, προσκάλεσαν τον εξ Άγρας αρχιτέκτονα αυτής κάλφα Χατζηελευθερίου για να δημιουργήσει πανομοιότυπο ναό σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια του ναού της Παναγίας. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική λεσβιακού τύπου με ξύλινη στέγη, κεραμοσκεπή άνευ παραλλαγών.
Η οροφή του κεντρικού κλίτους είναι θολωτή και διακοσμείται με τους δώδεκα αποστόλους, τους ευαγγελιστές και τους προφήτες. Στο κέντρο έχει φιλοτεχνηθεί ο Χριστός ως παντοκράτωρ περιστοιχιζόμενος από χερουβείμ να προβάλλει «ως από νεφελών του ουρανού». Στην οροφή του ιερού βήματος υπάρχει εξαίρετης αισθητικής γύψινη διακοσμητική επιφάνεια στο κέντρο της οποίας διακρίνεται ανάγλυφη περιστερά, σύμβολο του αγίου Πνεύματος.
Αντίθετα απ’ ό,τι κανείς θα περίμενε, το τέμπλο, ο άμβωνας και δεσποτικός θρόνος δεν αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της λεσβιακής ξυλογλυπτικής, όπως συμβαίνει σε πολλούς ναούς του νησιού. Είναι μεν ξύλινα, αλλά διαθέτουν λιτή μορφή, χωρίς ανάγλυφες παραστάσεις.
Σε ειδικές προθήκες εκτίθενται αξιολογότατες φορητές εικόνες, οι οποίες έχουν μεταφερθεί από την ερημωμένη σήμερα γειτονική μονή του αγ. Γεωργίου, απ’ όπου προέρχονται ο Εσταυρωμένος και τα λυπηρά. Σπουδαίας σημασίας είναι μια εικόνα του αγ. Γεωργίου, η οποία είναι αχρονολόγητη και προέρχεται από τη μεταβυζαντινή εποχή. Στο ναό έχουν αποθησαυριστεί, ακόμη, πολλά αντικείμενα εκκλησιαστικής τέχνης διαφόρων εποχών.
Ο νάρθηκας περικλείεται από κιονοστοιχία και προεκτείνεται στη νότια και τη βόρεια πλευρά του ναού. Η οροφή του καλύπτεται από σταυροθόλια, τα οποία φέρουν διακόσμηση, χαμηλότερης όμως αισθητικής αξίας από αυτή του εσωτερικού. Στο δε προαύλιο υπάρχει ο τάφος του μητροπολίτη Λαρίσης Ανανία, σημαντικού γόνου του Πλωμαρίου.

Ο ιερός ναός Μεταμορφώσεως του Χριστού Μεγαλοχωρίου είναι ένας απ’ τους σημαντικότερους ναούς του νησιού, καθώς πρόκειται για μία απ’ τις μεγαλύτερες βασιλικές του 18ου αι., η οποία μάλιστα παρουσιάζει στοιχεία αρχιτεκτονικής και ναοδομίας που θα επικρατήσουν στη Λέσβο στον 19ο αιώνα. Ανοικοδομήθηκε το 1767 πάνω σε παλαιότερο ναό, αφιερωμένο στην Παναγία, γι’ αυτό μέχρι σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής τον αποκαλούν ως ναό της Παναγιάς. Αποτελεί τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλλο και τρισυπόστατο ναό με τρία θυσιαστήρια.
Τα εντυπωσιακά ξυλόγλυπτα αποτελούν δημιουργήματα επιμελημένης εργασίας και προσδίδουν ιδιαίτερη αισθητική αξία στη συνολική εικόνα του ναού. Τούτο αποτυπώνεται όχι μόνο στο τέμπλο, τον αρχιερατικό θρόνο και τον άμβωνα, αλλά και στο παραθρόνιο, τα στασίδια των δύο χορών, τα προσκυνητάρια και το παγκάρι. Η επιγραφή που αποτυπώνεται πάνω σε βημόθυρο του τέμπλου μαρτυρεί τον καλλιτέχνη και τη χρονολογία κατασκευής τους: «Ήρξατο 1768 Σεπτεηβρίου 10 δια χειρός Υσιδόρου Κουρουματζήνα Χίου ηληφε δε το περας εν ετει αψξθ (1769) Ιουνίου Δ΄».
Το τέμπλο είναι ευθύγραμμο και διάτρητο σε όλη την επιφάνειά του. Έχει διάταξη σε τρεις ζώνες και παρουσιάζει επιρροές οθωμανικού μπαρόκ. Φέρει ανάγλυφη διακόσμηση, στην οποία διακρίνονται παραστάσεις από την Παλαιά και Καινή διαθήκη, πρόσωπα αγίων και αποστόλων, άγγελοι και φυτόμορφες παραστάσεις. Ο Ισίδωρος επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στη διακόσμηση των βημοθύρων με την αναπαράσταση της εικόνας του Ευαγγελισμού.
Στο ναό φυλάσσονται αξιοπρόσεκτες φορητές εικόνες με πλέον εντυπωσιακότερη αυτή της Μελλούσης Κρίσεως, η οποία χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνος.
Στο αρχείο του ναού σώζονται μεταξύ άλλων περισσότερα από σαράντα έγγραφα της περιόδου 1759-1909, ελληνικά και οθωμανικά. Πρόκειται για έγγραφα σχετικά με το ναό και τη Δημογεροντία Μεγαλοχωρίου.

Ο Παπάδος είναι το κεντρικό χωριό της Γέρας και φέρει την ονομασία από την παράδοση ότι πριν την ίδρυσή του εκεί υπήρχε ναός με κελιά όπου ζούσαν οι ιερείς που εξυπηρετούσαν τις λατρευτικές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής. Από την εκεί διαμονή των «παπάδων» προήλθε η ονομασία Παπάδος, ο οποίος οικοδομήθηκε με επίκεντρο το ναό.
Ανεγέρθηκε το 1838 αντικαθιστώντας παλιότερη και μικρότερη εκκλησία, ίσως αυτή στης οποίας τα κελιά διέμεναν οι παπάδες. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική, έργο του γνωστού αρχιτέκτονα του νησιού «Καρέκου Στρατήγη του Ανεμοτήσιου», όπως μαρτυρεί επιγραφή, και αποτελεί μία απ’ τις ωραιότερες βασιλικές που κτίστηκαν στη Λέσβο στις αρχές του 19ου αιώνα.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο φέρει αξιόλογη ανάγλυφη διακόσμηση. Το γεγονός ότι στα πλάγια τμήματα υπάρχουν προσθήκες και συμπληρώσεις δηλώνει ότι προέρχεται από μικρότερο και υπήρξε η ανάγκη προσαρμογής στο σημερινό ναό. Κοσμείται με ωραιότατες εικόνες, ξυλόγλυπτα θωράκια, πεσσούς, κιονίσκους με κιονόκρανα, αγγέλους, προφήτες και ευαγγελιστές. Ακόμη, ο άμβωνας και ο δεσποτικός θρόνος είναι της ίδια τεχνοτροπίας.
Στον κυρίως ναό υπάρχει μία απ’ τις ελάχιστες τοιχογραφίες που σώζονται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πρόκειται για αγιογραφία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, η οποία πιθανότατα προέρχεται από τον προγενέστερο ναό και διασώθηκε μαζί με την τοίχο όπου είναι ιστορημένη. Περικλείεται με ξύλινο προσκυνητάρι, ενώ παλαιότερα καλυπτόταν με αργυρό πουκάμισο, το οποίο αφαιρέθηκε. Αποτελεί αχρονολόγητη εικόνα μνημειακών διαστάσεων, καθώς δεν έχει ταυτοποιηθεί η χρονολογία ιστόρησής της, και φέρει επιζωγραφήσεις, οι οποίες μειώνουν την αισθητική της αξία.

Στη δυτική Λέσβο, μέσα στην καλδέρα παλιού ανενεργού ηφαιστείου, σε μια περιοχή όπου κυριαρχούν τα ηφαιστειογενή εδάφη και η ποικιλομορφία των πετρωμάτων είναι χτισμένη η γραφική Ανεμώτια στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο περικαλλής πετρόκτιστος ναός της Μεταμορφώσεως.
Σύμφωνα με πληροφορίες, αποτελεί τον τρίτο κατά χρονολογική σειρά ενοριακό ναό του χωριού και κάποια χαρακτηριστικά του τον καθιστούν μοναδικό όχι μόνο στο νησί αλλά σ’ όλη την Ελλάδα. Ο πρώτος ενοριακός ναός του χωριού αποτελούσε ήταν αφιερωμένος στην αγ. Αικατερίνη, αλλά καταστράφηκε κατά την οθωμανική εισβολή. Ακολούθως, οικοδομήθηκε σε άλλη θέση εκκλησία αφιερωμένη στον αγ. Γεώργιο για τις θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων, οι οποίοι συν τω χρόνω πλήθυναν και τότε υπήρξε η ανάγκη κατασκευής νέου μεγαλύτερου ναού. Έτσι, ιδρύθηκε ο Ι.Ν. Μεταμορφώσεως το 1885, αλλά την τελευταία μορφή του έλαβε το 1926 μετά από ανακαινιστικές εργασίες. Αποτελεί τρίκλιτη βασιλική με στέγη και είναι εξ ολοκλήρου χτισμένος με ροζωπή πέτρα, η οποία λατομήθηκε σε λατομεία της περιοχής. Πετρόκτιστο επίσης είναι και το καμπαναριό έξωθεν του ναού, χτισμένο το 1962 από τον αρχιμάστορα και λιθοξόο Θουκυδίδη Ψαρρό.
Εντύπωση προκαλεί το πετρόκτιστο τέμπλο του και με δεδομένο ότι συντριπτική πλειοψηφία των ναών του νησιού κοσμούνται με ξυλόγλυπτα ή και μαρμάρινα τέμπλα, δίνει μια μοναδικότητα απαράμιλλης τεχνοτροπίας και καλαισθησίας. Είναι σμιλεμένος από ατόφια καθαρή πέτρα με ένα ιδιαίτερο χρώμα που γέννησε η γη της Ανεμώτιας. Κατασκευάστηκε το 1928 από τους πετράδες του χωριού με την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα και λιθοξόου Θεοδώρου Βλουτή.
Στο ναό φυλάσσονται επίσης πολλές παλαιές εικόνες που μετρούν ιστορία περισσοτέρων των τετρακοσίων χρόνων, πολλές και πιθανολογείται ότι προέρχονται απ’ τον παλιό ναό της αγ. Αικατερίνης, καθώς ακόμη και νεότερες, όπως η Παναγία η Γερόντισσα.

Ο υστεροβυζαντινός ναός του αγ. Γεωργίου αποτελεί τον πρώην ενοριακό ναό του οικισμού της Ανεμώτιας και στη σημερινή του μορφή έφτασε το 1702, μετά την τελευταία ανακαίνιση και αναστήλωση. Ωστόσο, υπάρχει η μαρτυρία του μητροπολίτου Μηθύμνης Γαβριήλ, ο οποίος στο έργο του «Περιγραφή της Λέσβου» περί το 1600 αναφέρει ότι στην Ανεμώτια υπήρχαν τρεις ναοί εκ των οποίων ο ένας ήταν αφιερωμένος στον άγιο Γεώργιο. Κατά συνέπεια οι ρίζες του ναού εντοπίζονται πριν τον 17ο αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία δε σώζονται πολλές εκκλησίες.
Ο πρώτος ενοριακός ναός του χωριού ήταν αφιερωμένος στην αγ. Αικατερίνα, η οποία όμως καταστράφηκε απ’ τους Οθωμανούς και μετατράπηκε σε χαμάμ, διότι στο σημείο εντοπίζονταν πολλά νερά. Εν συνεχεία, οι τουρκικές αρχές έδωσαν άδεια για νέο ναό ώστε να εξυπηρετείται το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων κι έτσι ιδρύθηκε ο ναό του αγ. Γεωργίου.
Η ίδια η διαμόρφωσή του αποτελεί τεκμήριο της υποδούλωσης των Ελλήνων στους Οθωμανούς, αφού η προϋπόθεση για την ίδρυσή του ήταν ο ναός να είναι χαμηλότερος απ’ το τζαμί. Οι χριστιανοί, λοιπόν, για να εισέλθουν εντός του ναού έπρεπε να κατεβαίνουν ένα σκαλί, ως δείγμα της υποδούλωσης. Το ύφος επίσης του εσωτερικού μαρτυρεί το καθεστώς της σκλαβιάς. Ο ναός αποτελεί μονόκλιτη βασιλική μικρού μεγέθους χωρίς παράθυρα. Οι χριστιανοί έσκαβαν τις πέτρες διαμορφώνοντας γούβες όπου εκεί άναβαν τα καντηλάκια τους. Στη στέγη υπάρχουν μικρά ανοίγματα ωσεί φεγγίτες μέσω των οποίων διαπερνά το φως του ήλιου και φωτίζει τις τοιχογραφίες.
Οι πέτρινες κολώνες με τους σκαλισμένους σταυρούς και η ξύλινη σκεπή τοποθετούνται πριν το 16οο και χρησιμοποιήθηκαν κατά την αναστήλωση του Ναού και συγκεκριμένα στον προαύλιο χώρο, όπου εκεί οι χριστιανοί συγκεντρώνονται για να πραγματοποιούν τις εργασίες τους λόγω του ευχάριστου και δροσερού κλίματος.
Στο ναό ιστορούνται τοιχογραφίες οι οποίες υπολογίζονται ότι προέρχονται απ’ τις αρχές του 17ου αιώνος. Αποτελούν έργα του αγιογράφου ιεροδιακόνου Ιωάννη Χωματζά εκ Χίου. Το εικονογραφικό πρόγραμμα περιλαμβάνει τους μάρτυρες, οσίους και ιεράρχες, την Πεντηκοστή , την Κοίμηση της Θεοτόκου και άλλα θέματα του εκκλησιαστικού βίου. Στο δάπεδο είναι στρωμένο με πυρότουβλα ενώ υπάρχουν εξαγωνικές πήλινες πλάκες, μερικές εκ των οποίων έχουν αντικατασταθεί με τετραγωνικές, δείγμα βυζαντινής τεχνοτροπίας. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο με χρώμα και χρυσώματα και κοσμείται με ωραιότατες παλιές εικόνες.
Ο ναός έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο μνημείο κα προστατεύεται με απόφαση του υπουργείου πολιτισμού.

Ο ναός της Θεοτόκου οικοδομήθηκε το 1836 και αντικατέστησε παλαιότερο, διότι δεν επαρκούσε πλέον στην κάλυψη των λατρευτικών αναγκών της κοινότητος.
Παρουσιάζει τη συνήθη μορφή της τρίκλιτης λεσβιακής βασιλικής. Ο νάρθηκας καταλαμβάνει τη δυτική πλευρά του οικοδομήματος, χωρίς να προεκτείνεται στη βόρεια και τη νότια πλευρά του. Τα τρία κλίτη χωρίζονται από δυο σειρές έξι κιόνων, η οροφή του κεντρικού κλίτους είναι θολωτή, ενώ των πλαγίων σχηματίζεται από σταυροθόλια. Στα τόξα πάνω απ’ τους κίονες εικονίζονται οι απόστολοι σε στηθάρια, ενώ πάνω από την κεντρική αψίδα έχει φιλοτεχνηθεί ο Χριστός ως παντοκράτωρ. Ο γυναικωνίτης παρουσιάζει την αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα ότι φέρει κίονα στο κεντρικό σημείο του εξώστη. Ο διάκοσμος του ναού αποτελεί έργο του 1925 και φέρει τη σφραγίδα του Π. Περγαμηνέλλη.
Στο ναό φυλάσσονται αξιόλογες φορητές εικόνες, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει εκείνη της Παναγίας «Ρόδον το Αμάραντον». Εικονίζεται η Θεοτόκος ως στεφηφόρος βασίλισσα κρατώντας το Χριστό σαν αυτοκράτορα ενδεδυμένο. Φέρει την επιγραφή «δι’ εξόδων και συνδρομής του ευλογημένου ρουφετίου των βακάλιδων Μεστεγνών 1854 Ιουλίου 17. Χειρ Μάριου εκ Τζεσιμέ». Άξια λόγου είναι και η εικόνα της μεταστάσεως της Θεοτόκου με την αγ. Τριάδα να στεφανώνει την Παναγία.

Ο ναός του Παλαιοκήπου αποτελεί μία από τις ωραιότατες τρίκλιτες βασιλικές λεσβιακού τύπου που κοσμούν τις κοινότητες του νησιού. Φέρεται ότι στη θέση όπου βρίσκεται ο σημερινός υπήρχε παλαιότερος ναός, διότι αλλιώς δεν εξηγείται το πλήθος των αρχιτεκτονικών μελών που έχουν εντοιχισθεί στο σημερινό ναό. Κάτω από το δάπεδο του νοτίου κλίτους υπάρχει αψιδωτή καμάρα (κατακόμβη), η οποία αποτελούσε στο παρελθόν παρεκκλήσι επ’ ονόματι του αγ. Ιωάννου και αργότερα χρησιμοποιήθηκε σαν οστεοφυλάκιο, δεδομένου ότι ο νάρθηκας του ναού λειτούργησε ως χώρος ταφής μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η κτητορική επιγραφή δεν αναφέρεται σε ανοικοδόμηση ή ανακαίνιση, αλλά αναγράφει ότι ο ναός κτίστηκε εκ θεμελίων το 1795, χωρίς αυτό να αποκλείει την ύπαρξη προτέρου ναού. Η τοιχοποιία του κτιρίου είναι πολύ επιμελημένη, ιδιαιτέρως δε τριών αψίδων του ιερού βήματος και του νάρθηκα, που έχουν κτισθεί με ωραίους λαξευτούς λίθους χρώματος χρυσίζοντος κατά το ισόδομο σύστημα κι οι τοίχοι έχουν αρμολογηθεί σύμφωνα με το λεσβιακό σύστημα «Σαρδέλα». Το δάπεδο του ναού είναι μαρμαροστρωμένο από λευκό και φαιό μάρμαρο. Ο αρχιερατικός θρόνος και το παραθρόνιο στηρίζονται σε ωραία μαρμάρινα βάθρα. Τα τρία κλίτη του ναού χωρίζονται με σειρά από ψηλούς κίονες, οι οποίοι κοσμούνται από ωραία γύψινα κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του αν και δεν προέρχεται εκ της παλαιάς εποχής (17ου & 18ου αι.), μπορεί όμως να χαρακτηριστεί ως ένα απ’ τα ωραιότερα της εποχής του. Διατηρεί την παλαιά παράδοση της εκκλησιαστικής χειροτεχνίας και τη διαρθρωτική διάταξη και δομή των παλαιών τέμπλων. Η κατασκευή του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ των ετών 1832-1841, σύμφωνα με τις χρονολογίες που υπάρχουν σε ανάγλυφες επ’ αυτού εικόνες. Της αυτής τεχνοτροπίας με το τέμπλο φυλάσσονται στο ναό και άλλα ξυλόγλυπτα σκεύη απαράμιλλης ομορφιάς, ήτοι αρχιερατικός θρόνος, φανοί, άμβωνας, αρτοφόριο, κουβούκλιο επιταφίου, καθώς επίσης και πολλές εικόνες χρονολογούμενες από των αρχών του 19ου αιώνος.
Ο ναός κοσμείται εξωτερικός και από ωραιότατο λίαν επιβλητικό κωδωνοστάσιο ύψους 17 μέτρων, κατασκευασμένο το 1900 από τον γνωστό πρακτικό αρχιτέκτονα Πέτρο Βέκιο.

Ο ναός της κοινότητας του Παλαιοχωρίου τιμάται στο όνομα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και ιδρύθηκε, όπως φαίνεται από επιγραφή του νάρθηκος, το 1864. Στο σημείο υπήρχε παλαιότερος ναός αφιερωμένος στον αγ. Ιωάννη, ο οποίος αποτελούσε τον ενοριακό της κοινότητος, αλλά επειδή όλο και αυξανόταν ο αριθμός των κατοίκων κατέστη η ανάγκη για την κατεδάφισή του και την οικοδόμηση νέου μεγαλύτερου. Προς τιμήν του αγ. Ιωάννου οι κάτοικοι εντοίχισαν την εικόνα του σε περίοπτη θέση και το 1889 έκτισαν νέο παρεκκλήσι επ’ ονόματί του στον περίβολο του ναού.
Ο ναός της Ευαγγελιστρίας αποτελεί τρίκλιτη βασιλική με ξύλινη κεραμοσκεπή. Τα τρία κλίτη χωρίζονται με κιονοστοιχίες, με ψηλούς κίονες που καταλήγουν σε κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού. Η οροφή είναι θολωτή και υπάρχει διακόσμηση σε επτά ζώνες. Ο γυναικωνίτης περιβάλλει το κυρίως κτίριο του ναού, αποτελεί ενιαίο σύνολο με το όλο οικοδόμημα και είναι διακοσμημένος με σταυροθόλια. Ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού έγινε πολύ αργότερα κατά το 1934 σύμφωνα με εντοιχισμένη επιγραφή.
Όλα τα υλικά κατασκευής του ναού μεταφέρθηκαν από τη θάλασσα μέχρι το Παλαιοχώρι υπό των ζώων και δια χειρών των κατοίκων του χωριού. Ακόμη και οι μαθητές κατά τις Κυριακές και τις εορτές μαζί με τους δασκάλους συνεισέφεραν στη μεταφορά των υλικών.
Το τέμπλο είναι κατασκευασμένη με ξύλο με τρόπο πολύ επιμελή, φέρει ελαφρές ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις και ζωγραφιές λαϊκής τέχνης. Ήταν πολύ υψηλό όπως τα παλαιά ξυλόγλυπτα τέμπλα, αλλά μεταγενέστερα αφαιρέθηκε μεγάλο τμήμα του, όταν ο ναός εσωτερικά διακοσμήθηκε, για να είναι πιο αισθητή η «Πλατυτέρα». Η ξυλογλυπτική τέχνη αποτυπώνεται επίσης στον ξύλινο αρχιερατικό θρόνο, άμβωνα, αναλόγια, παγκάρι, ενώ υπάρχουν μαρμάρινα και ξύλινα προσκυνητάρια. Επίσης, φυλάσσεται πλήθος ιερών σκευών και παλαιών εικόνων που κοσμούν το εσωτερικό του ναού.

Ο ιερός ναός Παναγίας της Τρουλωτής είναι κτισμένος σε γραφικό ύψωμα της περιοχής των Πύργων Θερμής στο ανατολικό τμήμα του νησιού. Ο ναός ανήκει στην κατηγορία του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο στηριζόμενος σε τέσσερις πεσσούς και χρονολογείται στον 14ο αι.
Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους βυζαντινούς ναούς που σώζονται στη Λέσβο. Η βυζαντινή μνήμη αναζητά τις σελίδες της ιστορίας και τις παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες φέρεται το Ναό να έχτισε η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία, όταν ήταν εξόριστη στη Λέσβο. Με το κτίσιμο του ναού τον 9ο αι. θέλησε να εξιλεωθεί από το βαρύ αμάρτημα της συνομωσίας για το σφετερισμό του θρόνου της Βασιλευούσης με συνέπεια το θάνατο του γιού της Κωνσταντίνου Στ’. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι καταγεγραμμένο σε κάποια πηγή, πράγμα που επιβεβαιώνεται απ’ το γεγονός μη ύπαρξης τεχνικών γνωρισμάτων ως τεκμήρια.
Είναι αφιερωμένος στην κοίμηση της Θεοτόκου και ονομάζεται Παναγία Τρουλωτή ή Τουρλωτή, καθότι αποτελεί έναν από τους ελάχιστους ναούς με τρούλο και μάλιστα το ιδιαίτερο στοιχείο που δικαιολογεί την ονομασία αυτή είναι η εικόνα της Θεοτόκου αντί του Παντοκράτορος στον τρούλο.
Το 1992 με την καθαίρεση των επιχρισμάτων αποκαλύφθηκε ότι ο Ναός εσωτερικά είναι ιστορημένος με αγιογραφίες του 17ου αι., οι οποίες διατηρούν πάνω τους τα καταστροφικά σημάδια των πολεμίων. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο αποτελεί έργο του 18ου αι., κατασκευασμένο από ξύλο καρυδιάς αποτελεί τρανό παράδειγμα της λεσβιακής ξυλογλυπτικής με θεματικές παραστάσεις από τη Βίβλο, πλούσιο ανθικό διάκοσμο, μικρά κιονόκρανα και επιβλητικά αετώματα που κοσμούν και αναδεικνύουν τις περίτεχνες εικόνες του. Επίσης, στο ναό σώζονται φορητές εικόνες, ιερά σκεύη και εκκλησιαστικά βιβλία του 17ου και 18ου αιώνα, ως πολύτιμη κληρονομιά για τους πιστούς.

Στη θέση «Παλιός» στην παραλία του Μανταμάδου βρίσκεται ο ναός του αγ. Στεφάνου, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Ο τρούλος είχε καταρρεύσει στα μέσα του 19ου αι. και στη θέση του τοποθετήθηκαν ξύλινοι δοκοί με κεραμική κάλυψη.
Πρόκειται για κτίσμα μικρών διαστάσεων κατασκευασμένο από λαξευτούς λίθους ροδόχρωμου τραχείτη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι της περιοχής απέκρουσαν με επιτυχία επίθεση πειρατών περί το 1220. Έτσι, τον «στέφανον» της νίκης τους προσέφεραν στον άγ. Στέφανο με την ίδρυση ναού προς τιμή του.
Ωστόσο, αρχιτεκτονικά μέλη προγενεστέρου ναού και αναθηματική επιγραφή του 2ου αι. προς τον Τραϊανό Καίσαρα έχουν εντοιχιστεί στην τοιχοποιία του μνημείου. Στην ανατολική όψη ξεχωρίζουν οι τρεις ημικυκλικές αψίδες του ιερού, ενώ τυφλά αψιδώματα διακοσμούν το βόρειο και νότιο τοίχο. Το δάπεδο του εσωτερικού χώρου είναι βοτσαλωτό με μεγάλη ποικιλία διακοσμητικών μοτίβων.
Η χρονολόγηση του μνημείου είναι δύσκολη. Ωστόσο, πρέπει να τοποθετηθεί από τα μορφολογικά κυρίως στοιχεία στον 13ο αι.. Στο μνημείο διατηρούνται σε μερικά σημεία λείψανα τοιχογραφιών, τα οποία είναι αδύνατο να χρονολογηθούν.
Πλησίον του μνημείου υπάρχει μικρός οικισμός με χαρακτηριστικά εργαστήρια κεραμικής και καμίνια (φούρνους).

Πρόκειται για μικρό υστεροβυζαντινό ναό του 16ου αι., ευρισκόμενος στο κέντρο του οικισμού της Πέτρας, ο οποίος αποτελεί χαμηλή μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, χαρακτηριστική της μέσης τουρκοκρατίας, στη θέση παλαιοχριστιανικού ναού, μέλη του οποίου διασώζονται στην τοιχοποιία και στον αύλειο χώρο. Πληροφορίες για το ναό του αγ. Νικολάου Πέτρας αντλούμε από το έργο του μητροπολίτη Μηθύμνης Γαβριήλ (1618-1621) «Περιγραφή της Λέσβου» και από ιεροσολυμίτικο κώδικα του 1653-54.
Οι τοίχοι είναι ολόγραπτοι με τρία στρώματα αγιογραφιών, παλαιότερες εκ των οποίων θεωρούνται του ιερού (16ος αι.). Επίγραμμα αναφέρεται στον πελοποννήσιο ζωγράφο Νικόλαο Φίτζη ή Ρίτζη , ο οποίος ευπρέπισε το ναό κατά την ανακαίνιση του 1721.
Η σημερινή μορφή του μνημείου προήλθε ως αποτέλεσμα των αναστηλωτικών εργασιών του 1937-38, οι οποίες του στέρησαν τη μικρή στοά της δυτικής πλευράς με τον υπερκείμενο γυναικωνίτη και σημαντικό τμήμα του εικονογραφικού προγράμματος.

Το μετόχι των Ταξιαρχών ανήκει στη μονή Λειμώνος, το οποίο ιδρύθηκε απ’ τον αγ. Ιγνάτιο τον Αγαλλιανό τον 16ο αιώνα. Bρίσκεται πολύ κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Ιερού της Κλοπεδής και η εκκλησία της αφιερωμένη στους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ γιορτάζει στις 6 Σεπτεμβρίου την ανάμνηση του εν Χώναις θαύματος.
Η έκταση στην οποία βρίσκεται το μοναστήρι ανήκε σ’ έναν πλούσιο Τούρκο Αγά. Κάποτε το παιδί του Αγά αρρώστησε βαριά και παρέλυσε. Σ’ όποιον γιατρό κι αν πήγαινε δεν μπορούσε να γιατρευτεί. Απελπισμένος απευθύνθηκε στον ίδιο τον άγιο Ιγνάτιο ικετεύοντάς τον να προσευχηθεί στο «γραικό Θεό» με αντάλλαγμα να χαρίσει την έκταση αυτή, ώστε να χτιστεί εκκλησία. Με τις προσευχές του αγ. Ιγνατίου το παιδί του Τούρκου γιατρεύτηκε, κι αυτός με τη σειρά του χάρισε την έκταση ευχαριστώντας το Θεό. Έτσι χτίστηκε μεγάλο μοναστήρι αφιερωμένο στον Ταξιάρχη, όπως και η μονή Λειμώνος. Με τον καιρό, όμως, ερήμωσε και υπέκυψε στη φθορά του χρόνου. Τον Ιούλιο του 1951 ανακαινίσθηκε εκ θεμελίων επί ηγουμένου Πολυκάρπου Μωυσίδη εκ Δαφίων. Εικάζεται ότι η ευρύτερη περιοχή της Κλοπεδής έλαβε το όνομά της από το περιστατικό της παραλυσίας του παιδιού του αγά που «κουλάθηκε» (κουλό παιδί).
Το 1991 άρχισαν οι εργασίες αναστύλωσης και ανακαίνισης του μοναστηριού από τη μονή Λειμώνος επί ηγουμενίας Νικοδήμου Παυλοπούλου και με γενναιόδωρη προσφορά Νικολάου Ζαγκλαβίρα. Ως τότε στο ερειπωμένο μοναστήρι έστεκε μονάχα η εκκλησία του. Το ιερό βήμα διακρίνεται με ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ στον κυρίως ναό υπάρχουν στασίδια, αναλόγια, δεσποτικοί θρόνοι και παγκάρι. Ο νάρθηκας ωραΐζεται με τοξωτή ασπίδα, ενώ ο λιθόστρωτος περίβολος ως ένα πραγματικό στολίδι κοσμείται στα αριστερά με μια μεγάλη μαρμάρινη τραπεζαρία με καθίσματα και αμφίστομη κρήνη. Σε μεγάλη δεξαμενή υπάρχει ανάγλυφη μαρμάρινη επιγραφή του 1776 η οποία αναφέρει «Ανεκαινίσθη εκ θεμελίου η παρούσα πηγή δι’ εξόδων των πατέρων».

Το καθολικό της παλιάς ιεράς μονής Ταξιαρχών βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον οικισμό του Κάτω Τρίτους και σώζεται ως μοναδικό κατάλοιπο του όλου μοναστηριακού συγκροτήματος των βυζαντινών χρόνων για το οποίο δεν υπάρχουν πολλά ιστορικά στοιχεία. Πιθανολογείται ότι η σύστασή του έγινε πριν την άλωση του 1462 και ερημώθηκε πριν το 1600. Είναι κτισμένο σε πλάτωμα στην κορυφή ενός ελαιοφύτου λόφου με εξαίρετη θέα τον κόλπο της Γέρας. Στο κέντρο του χώρου σώζεται το καθολικό της μονής, ενώ γύρω του υπάρχουν ερειπωμένα κελιά και βοηθητικοί χώροι.
Ο μικρός μονόχωρος ναός ανήκει στον τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς με τρούλο. Η ανέγερση του ναού τοποθετείται στους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Για την τοιχοδομία του έχουν χρησιμοποιηθεί ντόπιοι ακατέργαστοι λίθοι διαφόρων μεγεθών.
Στο εσωτερικό του σώζονται δύο στρώματα τοιχογραφικού διακόσμου και οι περισσότερες απ’ τις τοιχογραφίες προέρχονται απ’ τον 15ο αι.. Σώζονται επίσης τμήματα του ξυλόγλυπτου τέμπλου του ναού, τα οποία φυλάσσονται στο Βυζαντινό Μουσείο Μυτιλήνης. Το ένα εξ’ αυτών απεικονίζει τη Μεγάλη Δέηση, έργο του 16ου αι. και το άλλο αποτελεί βημόθυρο του 18ου αι..

Στα 20 περίπου χιλιόμετρα απ’ την πόλη τη Μυτιλήνης και στο ανατολικό τμήμα του νησιού, αντίκρυ απ’ τα μικρασιατικά παράλια βρίσκεται ο οικισμός των Μιστεγνών. Στην περιοχή των Μιστεγνών, μέσα στους κατάφυτους από ελαιώνες λόφους κρύβεται η παλιά γυναικεία μονή των αγίων Ακινδύνων.
Το καθολικό της μονής τιμάται στη χάρη των ομώνυμων αγίων. Ο ναός αποτελεί μονόκλιτη βασιλική με σταυροειδή στέγη και κοσμείται με ωραιότατο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Εντός αυτού υπάρχουν παλιές μαρμάρινες στήλες. Εντοιχισμένη επιγραφή αναφέρει τη χρονολογία 1896, η οποία πιθανώς αναφέρεται σε ανακαίνιση του καθολικού. Η παράδοση αναφέρει ως περίοδο ιδρύσεως της μονής τον 17ο αι. από κάποιο μοναχό Παΐσιο. Ενδέχεται, όμως, να είναι παλαιότερη, καθώς το όνομα Ακίνδυνος ήταν ευρέως διαδεδομένο στην περιοχή από του προηγουμένους αιώνες. Την εποχή του αγ. Ραφαήλ αναφέρεται η σκήτη του γέροντος Ακινδύνου.
Γύρω απ’ το καθολικό ανοίγεται μια μεγάλη αυλή με καρυδιές, ψηλά κυπαρίσσια, μανταρινιές, αμυγδαλιές και άλλα δέντρα στη σκιά των οποίων υπάρχουν χτιστές πεζούλες και χώρος αναψυχής και πηγάδι με αγίασμα. Στη δυτική πλευρά της αυλής βρίσκονται τα ερειπωμένα κελιά του μοναστηριού, το μαγειρείο, η τράπεζα και άλλοι βοηθητικοί χώροι.
Το μοναστήρι έχει εγκαταλειφθεί και ενδείκνυται για ευκαιρίες χαλάρωσης και ψυχικής γαλήνης. Πανηγυρίζει την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, την τέταρτη από του Πάσχα, οπότε τελείται μεγάλο πανηγύρι με επίδειξη αλόγων, χορευτικών και διανομή παραδοσιακών εδεσμάτων.

ΓΕΩΠΑΡΚΟ ΛΕΣΒΟΥ - LESVOS GEOPARK